Αρτέμης Μ. Αθανασάκης

-          Δρ. Περιβαλλοντικής Αγωγής

-          Σχολικός Σύμβουλος κλάδου Φυσικών Αθήνας

-          Αν. Διευθυντής 3ο Π.Ε.Κ. Αθήνας

 

«Αειφορική και Βιώσιμη Ανάπτυξη με την Περιβαλλοντική Αγωγή»

 

 

Ο όρος «αειφορία» προέρχεται από τη δασοπονία, είναι καθιερωμένος από τις αρχές του 19ου αιώνα και σημαίνει τη ρύθμιση της εκμετάλλευσης του δάσους για να αποδώσει αυτό σε ένα έτος ή σε ένα άλλο τακτό χρονικό διάστημα, συνεχή, σταθερή και σύμμετρη ποσότητα προϊόντων.

Με τον καιρό όμως η αειφορία έχασε τη στενή επιστημονική της σημασία και συνάφεια με τα δασικά οικοσυστήματα και μετατράπηκε σε αρχή και μοντέλο διαχείρισης όλων των φυσικών οικοσυστημάτων και ανανεώσιμων φυσικών πόρων, που επιδιώκει να εναρμονίσει τη σχέση του περιβάλλοντος με την οικονομία, την τεχνολογία και ότι αποκαλείται «ποιότητα ζωής», μέσω ενός ολιστικού και διεπιστημονικού προτύπου σπουδής, μελέτης, έρευνας, εκπαίδευσης και αγωγής.

Σήμερα οι νέες κοινωνικο-αναπτυξιακές κατευθύνσεις προβάλλουν την «αειφόρο ανάπτυξη» σαν αυτή που ικανοποιεί τις «ανάγκες» του παρόντος, χωρίς να υπονομεύει τις δυνατότητες που χρειάζονται οι μελλοντικές γενιές για να καλύψουν και αυτές τις «δικές τους» ανάγκες.

Κατά την αναπτυξιακή αυτή θεώρηση η «αειφόρος ανάπτυξη» εξασφαλίζει τη διαρκή «αξιοποίηση» των φυσικών πόρων, χωρίς να προκαλεί μόνιμες και μη αναστρέψιμες – περιβαλλοντικά – ζημιογόνες μεταβολές.

Γι’ αυτό και η αειφορική αυτή θεώρηση – για τους υποστηρικτές της – αποτελεί ένα είδος «αναπτυξιακού οικο-ρεαλισμού» ο οποίος στέκεται κριτικά στις ακραίες – οικολογικά – απόψεις  για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της φύσης, επιλέγοντας «μεσαίες θέσεις» για την προστασία του περιβάλλοντος, στηριγμένες στους αυστηρούς ελέγχους της παραγωγικής διαδικασίας και των μηχανισμών της αγοράς, αλλά και στα επιτεύγματα της υψηλής τεχνολογίας, τα  οποία συνήθως επιτυγχάνονται στις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες.

Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα με τα μέλη της σημερινής κοινωνίας και τις μελλοντικές ανάγκες και προοπτικές των απογόνων τους;

Η σημερινή κοινωνία ζεί, χρεώνοντας το μέλλον της, επενδύοντας στην «ατομική» εξασφάλιση των μελών της και αναλώνοντας και τα τελευταία αποθέματα του πλανήτη της.

Όσον δε αφορά στους πολιτικούς εκφραστές των οραμάτων της , αυτοί αντιμετωπίζουν το περιβαλλοντικό ζήτημα και την παγκόσμια οικολογική κρίση σαν πρόβλημα μόνο και όχι σαν ευκαιρία σύνδεσης της κοινωνικής μέριμνας με τον οικολογικό σχεδιασμό και την περιβαλλοντική πολιτική, δυσκολευόμενοι έτσι να προωθήσουν, ένα φιλικό προς τον άνθρωπο, οικο-περιβαλλοντικό πλαίσιο ποιότητας ζωής.

Από την άλλη πλευρά οι τεχνολογικές δυνατότητες οικολογικής επανόρθωσης δεν καταφέρνουν να επιλύσουν ικανοποιητικά τα περιβαλλοντικά προβλήματα, απλά τα διαιωνίζουν ή τα οδηγούν σε φαύλο κύκλο, κάνοντας πιο επικερδείς τις βιομηχανίες και τις επιχειρήσεις που «απορυπαίνουν αυτές που ρυπαίνουν» στο όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος.

Έτσι το περιβάλλον μετατρέπεται σε ένα μηχανισμό ικανοποίησης των απεριόριστων ανθρώπινων επιθυμιών, οι οποίες τις περισσότερες φορές «κατασκευάζονται» από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τη διαφήμιση.

Για την ικανοποίηση των επιθυμιών, ανταγωνισμών και φιλοδοξιών αυτών, σήμερα παρατηρείται μία εκρηκτική ανάπτυξη των παραγωγικών δραστηριοτήτων, σε ένα πλαίσιο που διαμορφώνεται αποκλειστικά από το κεφάλαιο ή τον κρατικό συγκεντρωτισμό.

Το αναπτυξιακό αυτό πλαίσιο είναι υποταγμένο τυφλά στις αξίες της αγοράς και του οικονομικού ανταγωνισμού και παράγει συνεχώς «αγαθά» που δεν είναι σίγουρο ότι είναι αναγκαία ή χρήσιμα για να καλύψουν την καλούμενη ανθρώπινη «ευτυχία, επιτυχία ή εξασφάλιση».

Γι’ αυτό και στη διεθνοποιημένη – πλέον – αγορά εμφανίζεται σήμερα το φαινόμενο εκείνο που ο Ν. Μουζέλης (σε άρθρο του, στο ΒΗΜΑ της 02.11.1997) αποκαλεί «κοινωνικό δαρβινισμό», ο οποίος ευνοεί κυρίως όσους «επιτυγχάνουν στην αγορά με κάθε τρόπο» χωρίς αυτή να ενδιαφέρεται για νέες θέσεις απασχόλησης, ούτε για την κοινωνική φροντίδα των πολιτών, αλλά και ούτε για την προστασία του περιβάλλοντος τους.

Ο συνδυασμός του άκρατου μονοδιάστατου (οικονομικά) αναπτυξιακού αυτού παραγωγισμού και κοινωνικού δαρβινισμού – αναφέρει ο Ν. Μουζέλης (στο ίδιο δημοσίευμα) ερμηνεύει την εκτεταμένη καταστροφή του περιβάλλοντος, αλλά και την αντικατάσταση της σχέσης: Εγώ – Εσύ – όπως ο Μαrtin Buber την οριοθέτησε στο βιβλίο του «Between Man and Man» – με την εργαλειακή σχέση: Εγώ – Αυτό, που αφορά τη σχέση μας με τους άλλους, αλλά και με τον εαυτό μας.

Το πρόβλημα συνεπώς της υποβάθμισης και καταστροφής του περιβάλλοντος, σχετίζεται – κατά τον ίδιο ερευνητή – με την «περιθωριοποίηση των ανθρώπινων πληθυσμών» λόγω της «παγκόσμιας νέας τάξης πραγμάτων» και της κυριαρχίας των μηχανισμών της διεθνοποιημένης αγοράς, που – κατ’ αυτόν – συνιστά σύστημα συλλογικής απληστίας και ανευθυνότητας.

Γι’ αυτό και αναγκαίος είναι για την αντιμετώπιση του περιβαλλοντικού προβλήματος, ο εκδημοκρατισμός της κοινωνίας, ο οποίος θα προσδιορίσει την κατεύθυνση προς την οποίαν θα κινηθεί η τεχνολογική εξέλιξη. Δηλαδή οι δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων θα ορίσουν αν η τεχνολογική ανάπτυξη θα λειτουργήσει για την κυρίαρχη κατάκτηση της φύσης ή για την αποκατάσταση της ισορροπίας της. Και ακόμη οι δημοκρατικές αυτές διαδικασίες λήψης των αποφάσεων θα ορίσουν αν θα προωθηθούν τα συμφέροντα των πολλών ή κάποιων άλλων ή και των «δικών» μας. Έτσι η λύση του περιβαλλοντικού προβλήματος συνδέεται με ότι ο Urich Beck στο βιβλίο του «Risk Society» αποκαλεί «Οικονομική Δημοκρατία» και όπως αυτή χρειάζεται να εφαρμοστεί σε τοπικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο.

Δεν μπορεί επομένως η οξύτητα των κοινωνικο-οικολογικών προβλημάτων στις μέρες μας να αποδίδεται – μονομερώς – στη βιομηχανική ανάπτυξη, αλλά και στις συνθήκες εκμετάλλευσης των παραγωγικών μέσων που οδήγησαν στην πλήρη αγοραιοποίηση της οικονομίας και της ανάπτυξης, η οποία χαρακτηρίζεται από την ελαχιστοποίηση του κοινωνικού της ελέγχου και τη μεγιστοποίηση των κερδών της, άποψη που και ο Τ. Φωτόπουλος  στο άρθρο του: προς μία δημοκρατική αντίληψη της επιστήμης και της τεχνολογίας, στο τεύχος 3/1997 του περιοδικού ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΦΥΣΗ, υποστηρίζει.

Όμως όχι μόνο στις καπιταλιστικές οικονομίες αγορές, αλλά και στις σοσιαλιστικές οικονομίες μεγιστοποίησης της οικονομικής ανάπτυξης, προκλήθηκε σοβαρή (ίσως και σοβαρότερη) οικολογική κρίση, αφού δεν συνυπολογίστηκε στην αναπτυξιακή διαδικασία των οικονομιών τους, η συνιστώσα του ποιοτικού και υγιούς περιβάλλοντος και αφού – μάλιστα – στη μαρξιστική προβληματική  η ‘πρόοδος’ ταυτίζεται με την οικονομική ανάπτυξη (T. Φωτόπουλος 1997).

Ούτε όμως και η τεχνολογική ανάπτυξη – όπως αναφέρθηκε προηγουμένως – μπορεί από μόνη της να ερμηνεύσει την οικολογική κρίση, αλλά και ούτε το περιβαλλοντικό πρόβλημα να επιλύσει, αφού παραβλέπεται το γεγονός ότι η τεχνολογική ανάπτυξη σχεδιάζεται και εφαρμόζεται σε σχέση με την κοινωνικο-παραγωγική οργάνωση και ιεράρχηση της οικονομίας, η οποία επιδιώκει ολοένα και περισσότερα κέρδη, χωρίς ιδιαίτερους κοινωνικούς ελέγχους.

Αλλά και η ενοποίηση του υπερ-πληθυσμού για την κοινωνικο-οικολογική κρίση δεν είναι πειστική και επαρκής,αν αυτή δεν ενταχθεί στο πλαίσιο των συνεπειών λειτουργίας της διεθνοποιημένης οικονομίας αγοράς και της συνεπακόλουθης συγκέντρωσης οικονομικής εξουσίας σε όλες τις μορφές σχεδιασμού, οργάνωσης και ανάπτυξης της. Αρκεί, ως συνέπεια, να αναφερθεί ότι – σύμφωνα με στοιχεία του Human Development Report 1997 των Ενωμένων Εθνών – στο 20% του παγκόσμιου πληθυσμού αναλογεί μόνο το 1,1% του παγκόσμιου εισοδήματος και ότι ο λόγος του εισοδήματος του 20% των πλουσιοτέρων προς το 20% των φτωχοτέρων ήταν 30:1 το 1960, 61:1 το 1991 και 78:1 το 1994, ανισότητα η οποία συνεχώς διευρύνεται και συνιστά καθοριστική αιτία καταστροφής του περιβάλλοντος.

Ενδεικτικά, επίσης, ως συνέπεια, αναφέρεται ότι 500 Διεθνείς Εταιρίες (αυτοκινήτων, ηλεκτρονικών, πληροφορικής, Μ.Μ.Ε. κ.α.) ελέγχουν σήμερα το 42% του παγκόσμιου πλούτου και ότι 10 μόνο εταιρίες ελέγχουν όλη την παγκόσμια αλυσίδα τροφίμων (John Vidal, McLibel – Burger – Culture on Trial, Macmilan, 1997).

Δεν είναι συνεπώς παράδοξο που η προοπτική της βιώσιμης αειφορικής ανάπτυξης δεν διακρίνεται στον ορίζοντα, αφού άλλωστε η κατάσταση του παγκόσμιου περιβάλλοντος χειροτέρεψε από το 1992 που συγκλήθηκε η Διεθνής Συνδιάσκεψη στο Ρίο με πανηγυρισμούς, στείρα ευχολόγια και κατά συνθήκη ψευδείς δεσμεύσεις για την αναγκαιότητα της Βιώσιμης Ανάπτυξης. Βέβαια κάποια πρόοδος σημειώθηκε στον τομέα της ρύπανσης στα αναπτυγμένα κράτη, από τη Συνδιάσκεψη της Στοκχόλμης το 1972 για τον «Άνθρωπο και το Περιβάλλον» μέχρι σήμερα.

Όμως δεν επιτεύχθηκε καμία σοβαρή βελτίωση στα οξυμένα παγκόσμια περιβαλλοντικά προβλήματα του φαινομένου του θερμοκηπίου, των συνακόλουθων κλιματικών μεταβολών, της καταστροφής των δασών, της μείωσης της βιοποικιλότητας και της εξαφάνισης βιολογικών ειδών. Αντίθετα από το 1992 μέχρι σήμερα η κατάσταση των οικολογικών αυτών προβλημάτων συνεχώς επιδεινώνεται.

Ωστόσο για να εντοπιστούν, να εκτιμηθούν ή και να επιλυθούν ακόμη τα όποια περιβαλλοντικά προβλήματα, όλοι προσβλέπουν στην αισιόδοξη κατεύθυνση της επιστήμης, της έρευνας, της αγωγής και της εκπαίδευσης.

Όμως για να είναι οι προσπάθειες τους γόνιμες και αποτελεσματικές, απαιτείται μια δυνατότητα υπέρβασης του κατακερματισμού και της έλλειψης επικοινωνίας των επιστημών, χρησιμοποιώντας για τη μελέτη, έρευνα και επίλυση των κοινωνικο-οικολογικών προβλημάτων, ένα ολιστικό και δι-επιστημονικό πλαίσιο αναφοράς και θέασης που – επιστημολογικά και μεθοδολογικά – θα συνεκτιμά όχι μόνο τις οικονομικές, και τις τεχνολογικές αλλά και τις κοινωνικές , τις  πολιτικές, τις πολιτισμικές και τις θεσμικές διαστάσεις της οικολογικής κρίσης. Μια τέτοια  διεπιστημονική και πολυεπιστημονική θεώρηση πραγμάτων, φαινομένων, προβλημάτων και εννοιών θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη για το χώρο της αγωγής και της εκπαίδευσης, η οποία θα προωθούσε και το ενδιαφέρον των μαθητών για την πολύ-επίπεδη, πολυδιάστατη και σφαιρική ουσιαστική γνώση, και θα έλυνε μεθοδολογικά ζητήματα προσέγγισης της, αλλά και πιθανόν θα βοηθούσε στην άμβλυνση της οξύτητας, της συνεχιζόμενης σχολικής και εκπαιδευτικής κρίσης.

Με βάση τις αντιλήψεις αυτές για τη σχολική γνώση και τις προσεγγίσεις της, η οικο-περιβαλλοντική αγωγή και εκπαίδευση επιδιώκει τη διαμόρφωση οικολογικής συνείδησης και περιβαλλοντικής ευθύνης, χωρίς να εκλαμβάνονται οι κορυφαίες αυτές επιδιώξεις σαν αφηρημένες ή γενικευμένες έννοιες ή ασκήσεις ρητορικής, που αναφέρονται σε μια επιφανειακή ή υποκρισιακή στάση, η οποία – επί της ουσίας – αδιαφορεί για την τύχη του πλανήτη μας και των μελλοντικών γενιών που θα ζήσουν πάνω σ’ αυτόν.

Γι’ αυτό και χρειάζεται σοβαρή, συστηματική και βαθιά ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ από το περιβάλλον, μέσα στο περιβάλλον και για χάρη του περιβάλλοντος, με έμπρακτες, βιωματικές, εργαστηριακές, διερευνητικές και διεπιστημονικές μεθοδολογικές διαδικασίες, που να μπορούν να διαμορφώσουν βαθιά, στέρεα και αποτελεσματικά τον τρόπο ζωής, τις τάσεις, τις στάσεις, τις αξίες, τις αντιλήψεις, τα πρότυπα, αλλά και τις αντιστάσεις των μελλοντικών πολιτών, για να αντιμετωπίσουν αυτοί σοβαρά την οικολογική κρίση, βιώνοντας με σύνεση και ευθύνη τις αρχές, τα οράματα και τις επιδιώξεις μιας ουσιαστικής και πραγματικής βιώσιμης ανάπτυξης (Αθανασάκης, Οικο-Περιβαλλοντική Παιδαγωγική, 1996 και Οικο-Περιβαλλοντική Ψυχολογία και Εκπαίδευση, 2000).

Γιατί οι μηχανισμοί της οικονομίας αγοράς καιροφυλακτώντας για να αποκτήσουν περισσότερα κέρδη, μπορούν να αγοράσουν ή να πουλήσουν οτιδήποτε πολιτισμικό, συμβολικό, ιδεολογικό ή συμπεριφοριστικό στοιχείο επηρεάζει και διαμορφώνει τις ανθρώπινες τάσεις, στάσεις, συμπεριφορές και αξίες της νέας γενιάς - και όχι μόνο.

Και ακόμη γιατί οι λιγοστοί ιδιοκτήτες των μέσων μαζικής ενημέρωσης (κατά το Ν. Μουζέλη) μπορούν παγκοσμίως να επηρεάσουν περισσότερο τη διαμόρφωση της ταυτότητας των νέων και το σύστημα αξιών τους, από ότι όλοι μαζί οι οικολόγοι, οι περιβαλλοντολόγοι, οι παιδαγωγοί, οι ερευνητές και οι θρησκευτικοί ηγέτες του πλανήτη μας.

Ωστόσο η οικο-περιβαλλοντική σπουδή, αγωγή και εκπαίδευση ως φιλοσοφική, επιστημολογική, παιδαγωγική και μεθοδολογική, κατεύθυνση του εκπαιδευτικού μας συστήματος – πέρα από τις όποιες δυσκολίες εφαρμογής της και τα όποια αναπτυξιακά διλήμματα και ιδεολογήματα - μπορεί να επαναπροσδιορίσει το σύστημα των αξιών και σχέσεων του αυριανού πολίτη με το ολιστικό περιβάλλον του σε μία βάση η οποία:

 

·        θα εκτιμά τον άνθρωπο σαν ένα απλό, αλλά σπουδαίο, δημιουργικό μέρος της φύσης,

·        θα καθορίζει τη συνετή διαχείριση των φυσικών πόρων του πλανήτη του,

 

·        θα εμπεριέχει στην παιδεία του ανθρωπιστικά, δηλαδή ιδεολογικά, στοιχεία ανάπτυξης της προσωπικότητας του, και

·        θα εξασφαλίζει τη λειτουργία του, ως πολίτη, σε μια κοινωνία με ανθρωπινότερο  τρόπο και υγιέστερες διαπροσωπικές σχέσεις.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

 

1.      Αθανασάκης Α., Οικο-περιβαλλοντική παιδαγωγική, εκδ. Χ. ΔΑΡΔΑΝΟΣ, Αθήνα 1966.

 

2.      Αθανασάκης Α., Οικο-περιβαλλοντική Ψυχολογία και Εκπαίδευση, εκδ. Χ. ΔΑΡΔΑΝΟΣ, Αθήνα 2000.

 

3.      Αθανασάκης Α., Κουσουρής Θ., Περιβάλλον και Οικολογία στην Εκπαίδευση, εκδ. Χ. ΔΑΡΔΑΝΟΣ, Αθήνα 1999.

 

4.      Aθανασάκης Α., Κουσουρής Θ., Κονταράτος Σάββας, Αρχές περιβαλλοντικών επιστημών, Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1998.

 

5.      Beck U., Risc Society, London 1992.

 

6.      Buber M., Between Man and Man, London 1947.

 

7.      Γεωργόπουλος Α., Γη: Ένας μικρός και εύθραυστος πλανήτης, εκδ. GUTENBERG, Αθήνα 1996

 

8.      Μουζέλης Ν., Θρησκεία – Επιστήμη – Περιβάλλον, ΤΟ ΒΗΜΑ, 2 Νοεμβρίου 1997.

 

9.      Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας (επιμέλεια Α. Αθανασάκης), Βιώσιμη Ανάπτυξη με την Περιβαλλοντική Αγωγή, έκδ. Νομαρχ. Αυτοδιοίκησης Αιτωλοακαρνανίας και Δ/σης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αιτωλοακαρνανίας, 1997.

 

10.  Τidal J., McLibel – Burger culture on Trial, Mcmilan 1997.

 

11.  Φωτόπουλος Τ., Προς μία δημοκρατική αντίληψη της επιστήμης και της τεχνολογίας, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΦΥΣΗ, 3, 1997.

 

12.  Φωτόπουλος Τ., Η νέα διεθνής τάξη στην Ελλάδα, εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, Αθήνα 1997.

 

13.  United Nations, Human Development Report, 1997.