Δρ.  Αρτέμης  Μ. Αθανασάκης

                                                                            -   Διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

                                                                            -   Σχολικός Σύμβουλος Φυσικών Αθήνας

                                                                            -   Αν. Διευθυντής 2ου Επιμορφωτικού

                                                                                Κέντρου Καθηγητών Αθήνας

 

Φιλοσοφικές  και  επιστημολογικές  προσεγγίσεις

στη   διδασκαλία   των   Φυσικών   Επιστημών

 

            Η φύση συνιστά ένα ενιαίο, διαφοροποιημένο, αντιθετικό "όλον", το οποίο βρίσκεται σε ένα αέναο εξελικτικό "γίγνεσθαι" στο χώρο και στο χρόνο. Η αλληλεπίδραση των μερών του "όλου" εξασφαλίζει το "ενιαίο" της συγκρότησής του, ενώ οι αντιθέσεις του εξασφαλίζουν τη διατήρησή του (ύλη) ή τον ποιοτικό μετασχηματισμό του (ενέργεια).

            Με αυτή τη "λογική" η "διαλεκτική της φύσης" προσπαθεί να ερμηνεύσει την αρχή, συγκρότηση και εξέλιξη της φύσης, λειτουργώντας ως "θεωρία του είναι", ως "θεωρία της γνώσης" και ως διαλεκτική σκέψη. Έτσι η "διαλεκτική λογική" καταργεί την απολυτότητα και αιωνιότητα μορφών και αληθειών για τη φύση, χωρίς να ακυρώνει και την "τυπική λογική", της οποίας προσδιορίζει τα όρια ισχύος. Για παράδειγμα η διαλεκτική λογική σε αντίθεση με την τυπική λογική θεωρεί ότι η ακινησία δεν είναι στατικό φαινόμενο, αλλά ένα ορισμένο στιγμιότυπο της κίνησης, γι'αυτό και την ερμηνεύει όχι ως στάσιμη κατάσταση, αλλά ως αρχή μιας εξελικτικής διαδικασίας.

            Αναζητώντας ωστόσο τα φιλοσοφικά ρεύματα των φυσικών επιστημών (Φ.Ε.) που αντέκρουσαν το μεταφυσικό ιδεαλισμό και στηρίχθηκαν στη φυσική, υλιστική πραγματικότητα, αντικρίζουμε τον "εμπειρισμό", τον "ορθολογισμό" και το "θετικισμό" ως ρεύματα που παρατήρησαν και ερμήνευσαν τη φύση, μέσα από τα δεδομένα των αισθήσεων, των εμπειριών, των επιστημονικών οργάνων και της τυπικής λογικής σκέψης, θεωρώντας ότι αυτά αποτελούν τις "αποκλειστικές" πηγές γνώσης. Σήμερα όμως τα επιστημονικά αυτά κριτήρια δεν έχουν το κύρος που τους απέδωσαν τα φιλοσοφικά αυτά ρεύματα, αλλά ούτε και το κύρος που απαιτεί ο δυναμικός και εξελικτικός χαρακτήρας των Φ.Ε., γιατί καθορίζονται και από άλλους ψυχολογικούς, ιδεολογικούς, κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες. Γι' αυτό και στη συνέχεια επισημάνθηκαν οι αδυναμίες των φιλοσοφικών αυτών ρευμάτων οι οποίες αφορούν το κύρος της τυπικής λογικής σκέψης, του πειράματος και της μαθηματικοποίησης των φυσικών εννοιών, που πολλές φορές δεν επαρκούν για να ερμηνεύσουν τη φυσική πραγματικότητα. Και τούτο γιατί η γνωστική διαδικασία δεν είναι γραμμική και μονοδιάστατη όπως δεχόταν ο ορθολογισμός, αλλά σφαιρική και πολυδιάστατη, που στην πορεία της εξέλιξής της συνάντησε δυσκολίες, λάθη, πλάνες, αντιθέσεις και διαμάχες. Από τις διαμάχες αυτές, αλλά και από το ζήλο των επιστημόνων ξεπήδησαν οι "επιστημονικές επαναστάσεις" που μόλις τον 19ο αιώνα ανέτρεψαν τη στατική και μηχανιστική εικόνα του φυσικού κόσμου και έφεραν την πρόοδο στις Φ.Ε.

            Έτσι από τις θεωρίες της σταθερότητας των ατόμων, του πλανητικού συστήματος και των ζωϊκών ειδών περάσαμε στη δυναμική κίνηση της αναλυτικής σκέψης, αλλά και στη σημερινή επίκαιρη συνθετική, "συστημική σκέψη" μέσω της κυβερνητικής και της θεωρίας των συστημάτων. Επίσης ανατράπηκε ο απόλυτος χρόνος του Νεύτωνα από τον Αϊνστάιν, αλλά και το Νευτώνειο επιχείρημα για τον ακριβή καθορισμό της θέσης και της ορμής ενός σωματιδίου από την Κβαντομηχανική. Ακόμη η γνώση μας για τη φυσική πραγματικότητα θεωρήθηκε από τον Χάιζενμπεργκ περιορισμένη και απροσδιόριστη, γι'αυτό και χρειάζεται -κατ'αυτόν-, τα συμπεράσματά της να διατηρούν ένα ποσοστό αβέβαιης ανεκτικότητας.

            Στο βαθμό συνεπώς που η επικαιρότητα των ιστορικο-φιλοσοφικών αυτών προ-σεγγίσεων της φυσικής γνώσης γίνεται αντιληπτή από όλα τα επίπεδα και τα μέλη του εκπαιδευτικού μας συστήματος, είναι αναγκαίο όπως οι γνώσεις των Φ.Ε. να αναζητού-νται, να ανακαλύπτονται και να αξιολογούνται κριτικά και όχι να "προσφέρονται" έτοιμες ως ακλόνητες ή αιώνιες αλήθειες. Γιατί έτσι οι γνώσεις αυτές γίνονται απρόσι-τες, ακατανόητες, ανιαρές και ανούσιες, οι οποίες παρουσιάζουν ενδιαφέρον μόνο για τους "ειδικούς". Αντιθέτως χρειάζεται οι γνώσεις των Φ.Ε. να οικοδομούνται σε ένα ανοικτό (παιδαγωγικά), επικοινωνιακό (ψυχοσυναισθηματικά), σφαιρικό (γνωστικά) και ευέλικτο (μεθοδολογικά) διδακτικό πλαίσιο, στο οποίο υπάρχει χώρος για ανάπτυξη της φαντασίας, του συναισθήματος, της επινόησης και της κριτικής σκέψης, πέρα από το πείραμα, την παρατήρηση και την εμπειρία, που οπωσδήποτε αποτελούν κυρίαρχους μηχανισμούς μάθησης των Φ.Ε., αλλά ασφαλώς δεν επαρκούν για τη στέρεη οικοδόμηση των φυσικών εννοιών. Και τούτο γιατί σήμερα είναι πλέον κατανοητό και αποδεκτό ότι η μάθηση των Φ.Ε. χρειάζεται να "βιώνεται" σε ένα μεθοδολογικό πλαίσιο που λαβαίνει υπόψη του (κονστρουκτιβιστικά) τις προϋπάρχουσες ιδέες και αντιλήψεις των σπουδαστών για τα φυσικά φαινόμενα και τις έννοιες που διδάσκονται. Η διδακτική και επιστημολογική αυτή αντίληψη επισημαίνεται ιδιαιτέρως για να τονίσει τις νέες ψυχοπαιδαγωγικές τάσεις οι οποίες λειτουργούν πάντα και συνεχώς με σημείο αναφοράς τα βιολογικά, συναισθηματικά, ψυχολογικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά αυτών που εμπλέκονται στις διαδικασίες μάθησης των Φ.Ε. Μια τέτοια μεθοδολογική πρακτική διευκολύνει και τη σύνδεση των Φ.Ε. με τις ιστορικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες που τις γέννησαν και τις επηρέασαν.