Δρ.  Αρτέμης  Μ. Αθανασάκης

 

                                                                       -   Σχολικός Σύμβουλος Φυσικών Αθήνας

                                                                       -   Καθηγητής Μαρασλείου Διδασκαλείου

                                                                            Πανεπιστημίου Αθηνών

 

 

« Σχολικά  Προγράμματα

και 

Μέθοδοι  Διδασκαλίας »

 

            Η παιδεία είναι μία διαδικασία που μεταβιβάζει ανθρώπινη εμπειρία, γνώση, δεξιότητες, θεσμούς και αξίες από τη μια γενιά στην άλλη.

            Η λειτουργία αυτή κάποτε ήταν τυχαία, απλή, ομαλή ή σκόπιμη. Με τον καιρό όμως και με τη συσσώρευση άφθονης πείρας, γνώσης και τεχνολογίας, η παιδεία έγινε αναγκαία και οργανώθηκε θεσμικά, με σκοπούς, στόχους, προγράμματα, μέσα και μεθόδους, πρόσφορους για τη διάπλαση του νέου ανθρώπου.

            'Ετσι η παιδεία έγινε εκ-παίδευση και συχνά οι σκοποί, τα μέσα και οι μέθοδοί της έγιναν αντικείμενο αντιδικίας για διάφορες κοινωνικές ομάδες που προσδοκούσαν -μέσω της εκπαίδευσης- να καλλιεργήσουν στο νέο άνθρωπο, μονοδιάστατους τρόπους σκέψης και δράσης. Τούτο σημαίνει ότι οι σκοποί της εκπαίδευσης απορρέουν από κάποια φιλοσοφία για τον άνθρωπο, τη φύση, την κοινωνία, την οικονομία και την παραγωγή που ασφαλώς θα πρέπει να είναι γνωστή και κατανοητή σε όλα τα μέλη της κοινωνίας.

            Αφού όμως η εκπαίδευση μεταβιβάζει, ή ακριβέστερα δια-μορφώνει ή πληρέστερα (σύμφωνα και με τις τελευταίες εξελίξεις της παιδαγωγικής) οικοδομεί -ολόπλευρα, ισόρροπα και σύμμετρα- τα στοιχεία της προσωπικότητας, τότε είναι και αγωγή που επιτυγχάνεται με μεθοδικά οργανωμένες διδακτικές δραστηριότητες, οι οποίες εξασφαλίζουν την πραγματική μάθηση.

            Η επίτευξη όμως των στόχων της ουσιαστικής μάθησης πραγματώνεται μόνο μέσα από ενεργητικές μορφές παιδαγωγικής δράσης, οι οποίες είναι οι μοναδικές που μπορούν να μετασχηματίσουν δημιουργικά, τις δοσμένες γνώσεις ή να τροποποιήσουν ευνοϊκά, στερεότυπα, στάσεις και συμπεριφορές.

            Η απόδοση των εξαιρετικά χρήσιμων αυτών ενεργητικών δράσεων εξαρτάται από τους γενικούς σκοπούς της πολιτείας για την εκπαίδευση, τους στόχους του σχολείου, την ψυχολογία του μαθητή, τη νοητική και αντιληπτική του ικανότητα, την επιστημονική και διδακτική επάρκεια των εκπαιδευτικών, τη διοίκηση του σχολείου, την εφαρμογή καινοτομιών και τεχνολογιών από τον εκπαιδευτικό και άλλες παραμέτρους της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

            Μάθηση είναι έτσι μία δυναμική και ενεργός διαδικασία οργάνωσης, επεξεργασίας και μετασχηματισμού των πληροφοριών, και όχι κάποια δοσμένα, αναφομοίωτα γνωστικά στοιχεία που αποστηθίζονται παθητικά.

            Στην ενεργητική μάθηση ο εκπαιδευτικός δεν περιορίζεται στην απλή μετάδοση των γνώσεων, αλλά ενθαρρύνει και καθοδηγεί το σπουδαστή να αναπλάθει τις γνώσεις, να τις συνδέει με προηγούμενες γνώσεις και εμπειρίες, να τις διασταυρώνει και να τις διευρύνει με γνώσεις που απόκτησε από άλλα μαθήματα ή άντλησε από άλλες καθημερινές πηγές πληροφόρησης, όπως είναι το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, οι εφημερίδες, τα περιοδικά κ.ά.

            Με αυτόν τον τρόπο η γνώση βιώνεται, αξιολογείται, εγκαθίσταται βαθιά και μακροπρόθεσμα στο υποσυνείδητο και γίνεται αληθινό, χρήσιμο και ωφέλιμο κτήμα του σπουδαστή.

* * *

            Με το Σύνταγμα του 1975 η παιδεία στην Ελλάδα αποτελεί επιλογή του κράτους που σκοπεύει στην ηθική, πνευματική, επαγγελματική, θρησκευτική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, στην ανάπτυξη εθνικής συνείδησης και στη διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών.

            Ο γενικός αυτός σκοπός κατευθύνει τους ειδικούς σκοπούς κάθε βαθμίδας εκπαίδευσης. Μέσα από τους σκοπούς διαφαίνονται ειδικότεροι στόχοι για τους μαθητές. Οι σκοποί και οι στόχοι καθορίζονται από το Αναλυτικό Πρόγραμμα, στο οποίο αναγράφεται η διδακτέα ύλη που αποτελεί το μέσον πραγματοποίησης των επιδιωκόμενων σκοπών.

            Το αναλυτικό όμως πρόγραμμα (Curriculum) προσδιορίζει και όλες τις προγραμματισμένες δραστηριότητες και ενέργειες που προσπαθούν να προκαλέσουν τη μάθηση.

            Οι διδακτικές αυτές δραστηριότητες βασίζονται τόσο στις ανάγκες του σπουδαστή, όσο και στις ανάγκες της κοινωνίας, στην οποίαν αυτός θα ζήσει ως πολίτης. Γι' αυτό οι δραστηριότητες αυτές πρέπει να δίνουν έμφαση σε εμπειρίες και δράσεις που αναπτύσσουν την προσωπικότητά του, προωθούν την κοινωνικοποίησή του και διαμορφώνουν μια ολοκληρωμένη αντίληψη για τον άνθρωπο, τη φύση, την κοινωνία και τον πολιτισμό.

            Συνεπώς οι μέθοδοι διδασκαλίας δεν βασίζονται μόνο στα ενδιαφέροντα του σπουδαστή, ούτε και καθορίζονται μόνο από τον εκπαιδευτικό ή το αναλυτικό πρόγραμμα, αλλά διαμορφώνονται και από τη δυναμική, συμμετοχική, αμφίδρομη, διαλεκτική επικοινωνία δασκάλου-μαθητή, λαβαίνοντας υπόψη τους τι μπορεί να πώς μπορεί να μάθει -εξατομικευμένα- ο σπουδαστής.

            Γι' αυτό και ο δάσκαλος, δεν είναι, δεν μπορεί να είναι και δεν πρέπει να είναι η αποκλειστική πηγή εξουσίας και γνώσης. Απλά είναι καθοδηγητής, εμψυχωτής, συντονιστής, συνεργάτης και φίλος του σπουδαστή.

            Στις παιδαγωγικές αυτές αντιλήψεις στηριγμένος ο BLOOM ταξινομεί τους διδακτικούς στόχους σε τρία επίπεδα. Στο γνωστικό, στο συναισθηματικό και στο ψυχοκινητικό επίπεδο.

            Ετσι το πρώτο επίπεδο της γνώσης είναι ο γνωστικός τομέας που αναφέρεται σε πληροφορίες και γνώσεις τις οποίες αποκτά ο μαθητής από τη διδασκαλία. Ο τομέας αυτός διαιρείται σε 5 υποτομείς, με αύξουσα πολυπλοκότητα από τον απλό στο σύνθετο. Οι υποτομείς αυτοί του γνωστικού τομέα είναι:

α.         Η απλή πληροφορία, που αποτελεί το βασικότερο, αλλά και χαμηλότερο σκαλί της λογικής επεξεργασίας.

β.         Η κατανόηση, που αναφέρεται στην εσωτερική αφομοίωση και οικοδόμηση των γνώσεων.

 

γ.         Η εφαρμογή, που αποτελεί την πρακτική επαλήθευση των γνώσεων που απόκτησε ο σπουδαστής.

δ.         Η ανάλυση και η σύνθεση, που αναφέρονται στις ικανότητες του σπουδαστή να αναλύει σχέσεις, καταστάσεις και συλλογισμούς και στη συνέχεια να συνθέτει έννοιες και γνώσεις.

ε.         Η αξιολόγηση, που κρίνει την αξία κάθε γνώσης, από τη δυνατότητά της να προσφέρει λύσεις σε ερωτήματα και προβλήματα, τα οποία απαιτούν ορθολογισμό και κρίση.

            Το δεύτερο επίπεδο της γνώσης είναι ο συναισθηματικός τομέας, που περιλαμβάνει συγκινησιακές καταστάσεις, δηλαδή αποδοχές, στάσεις, συνειδητοποιήσεις, διαθέσεις, ευαρέσκειες, χαρές, αντιδράσεις, ανταποκρίσεις και άλλες καταστάσεις που προκαλούνται στο συναισθηματικό κόσμο του σπουδαστή στη διάρκεια της διδασκαλίας.

            Τρίτο επίπεδο γνώσης είναι ο ψυχοκινητικός (δηλαδή ο χειρωνακτικός) τομέας που αναπτύσσει τις κινητικές δεξιότητες και έξεις, κυρίως χειρισμούς οργάνων και εργαλείων, αλλά και δεξιότητες, όπως αυτές του χορού, του γραψίματος, του σχεδίου κ.ά. Είναι δηλαδή ο τομέας της γνώσης που απαιτεί τριβή, εμπειρία και μίμηση.

            Ο ψυχοκινητικός αυτός τομέας δεν είναι άμοιρος  γνωστικών και συναισθηματικών στοιχείων και γι' αυτό δεν υπάρχει περίπτωση μάθησης αμιγώς γνωστικής, ή αμιγώς συναισθηματικής ή αμιγώς χειρωνακτικής. Για παράδειγμα κάνοντας μία χημική ανάλυση, χρησιμοποιούμε νόηση - βούληση - συναίσθημα - χέρια ταυτόχρονα.

            Ιδιαίτερα ο γνωστικός και ο συναισθηματικός τομέας λειτουργούν μαζί. Ετσι η γνωστική επικοινωνία δασκάλου-μαθητών γίνεται όταν αυτοί μιλούν - συζητούν - γράφουν - διαβάζουν - ρωτούν - απαντούν - σχολιάζουν - εξηγούν - εφαρμόζουν - αναλύουν - συνθέτουν - προβληματίζονται - αξιολογούν κ.ά. Την ώρα όμως που οι σπουδαστές κάνουν τις γνωστικές αυτές πράξεις, ταυτόχρονα, συνειδητά ή ασύνειδα, ρητά ή σιωπηρά: ανέχονται, αποδέχονται, αδιαφορούν, απορρίπτουν, επιδοκιμάζουν, αποδοκιμάζουν, ανταποκρίνονται, αντιδρούν, αμφισβητούν κ.ά. Μαζί δηλαδή με τις γνωστικές πράξεις αναδύονται κάποιες συναισθηματικές ενέργειες που ενισχύουν ή αποδυναμώνουν τη μάθηση.

            'Ολα αυτά σημαίνουν ότι μία πετυχημένη διδασκαλία χρειάζεται κατάλληλο σχεδιασμό και αποτελεσματικά μέσα. Με το σχεδιασμό αξιοποιούνται τα μέσα που τυχόν διατίθενται και γίνεται παραγωγική εκμετάλλευση του χρόνου που υφίσταται, για να αυξηθούν έτσι οι δυνατότητες επιτυχίας της διδασκαλίας. Τα οπτικοακουστικά και τεχνολογικά μέσα, ιδιαίτερα, καθιστούν ελκυστική την παρουσίαση των διδακτικών θεμάτων και ενισχύουν την κατανόηση, αφομοίωση και οικοδόμησή τους.

* * *

            Μια τέτοια ανάλυση για τη γνώση και τη διδασκαλία, οδηγεί στην έννοια της δημιουργικής μάθησης, όπου η γνώση με την κατάλληλη μέθοδο κατανοείται, αναλύεται, εφαρμόζεται (ανα)συντίθεται, αξιολογείται και έτσι εντάσσεται βαθιά στη μνήμη (από το ρήμα μένω).

            Ωστόσο για τον ικανό, ανήσυχο, ευαίσθητο, δραστήριο, επίμονο και τολμηρό εκπαιδευτικό, δεν υπάρχει μία διδακτική μέθοδος, αλλά πολλές μέθοδοι. Δεν υπάρχει δηλαδή διδακτικός δογματισμός, αλλά μεθοδολογικός πλουραλισμός, μέσα από τον οποίον -κάθε φορά- επιλέγεται η κατάλληλη μέθοδος διδασκαλίας.

Η αποτελεσματικότητα της μεθόδου -που κάθε φορά εφαρμόζεται από τον εκπαιδευτικό- σχετίζεται με τη γνώση:

·          των σύγχρονων θεωριών μάθησης,

·          της εκπαιδευτικής τεχνολογίας,

·          του κατάλληλου γλωσσικού κώδικα επικοινωνίας,

·          των στοιχείων της νεανικής προσωπικότητας, και

·          γενικότερα των βασικών εννοιών ψυχολογίας, κοινωνιολογίας και φιλοσοφίας της εκπαίδευσης που εμπλέκονται στο έργο της διδασκαλίας και της μάθησης.

* * *

­

            Μια τέτοια θεώρηση του διδακτικού έργου ευνοεί την προσπάθεια μετάβασης του σπουδαστή:

·          από την παθητικότητα ® στη δραστηριοποίηση,

·          από την εξάρτηση ® στην ανεξαρτησία,

·          από την αδιαφορία ® στην ευαισθησία,

·          από το κλειστό σχολικό περιβάλλον ® στο ανοιχτό σχολείο της ζωής,

·          από την πλασματική πειθαρχία ® στον αυτοέλεγχο,

·          από τον πρόχειρο σχεδιασμό ® στον προγραμματισμό,

και όλα αυτά βιωμένα σε ένα γόνιμο κλίμα εμπιστοσύνης, επικοινωνίας, συνευθύνης και συμμετοχής στην εκπαιδευτική διαδικασία.

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

1.         Αθανασάκης Α., Παιδαγωγiκές κατευθύνσεις Φυσικών Επιστημών, εκδ. ΣΑΒΒΑΛΑΣ, Αθήνα 1995.

2.         Driver R., Guense E., Tibergien A., Οι ιδέες των παιδιών στις Φυσικές Επιστήμες, εκδ. ΤΡΟΧΑΛΙΑ, Αθήνα 1993.

3.         Κουλαϊδής Β., Αναπαραστάσεις του φυσικού κόσμου, εκδ. GUTENBEG, Αθήνα 1994.

4.         Will C., Είχε δίκιο ο Αϊνστάιν; ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ, Ηράκλειο 1994.

5.         Westfall R., Η συγκρότηση της σύγχρονης επιστήμης, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ, Ηράκλειο 1993.