ΑΡΧΕΣ ΑΕΙΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

 

 

 

Δρ. Αρτέμιος Μ. Αθανασάκης,

Καθηγητής Μαρασλείου Διδασκαλείου Πανεπιστημίου Αθηνών

 

 

 

Οι εντάσεις των περιβαλλοντικών προβλημάτων που σήμερα ασκούνται στο πλανητικό περιβάλλον, έχουν κάνει τους επιστήμονες, αλλά και όσους κατοικούν σε αυτό, επιφυλακτικούς για το  "ποια και πόση ανάπτυξη" μπορεί να υποστηρίξει ο πλανήτης μας. 'Ένα τέτοιο ερώτημα οδηγεί σε νέες αναπτυξιακές στρατηγικές με έντονα κοινωνικά και οικονομικά στοιχεία, οι οποίες ελπίζεται ότι θα πραγματοποιηθούν στα όρια που θέτει η φύση. Γιατί δεν μπορεί πλέον να ταυτίζεται η ανάπτυξη μόνο με τη μεγέθυνση των οικονομικών μεγεθών, χωρίς αυτή να συσχετίζεται με την περιβαλλοντική ισορροπία και φροντίδα. Από την ανάγκη αυτή προέκυψε η έννοια της "βιώσιμης ή αειφόρου ανάπτυξης" που εκφράζει την, περισσότερο φιλική προς τη φύση, ανάπτυξη, η οποία θα διασφαλίζει και τις απαραίτητες κοινωνικές, πολιτισμικές και περιβαλλοντικές συνθήκες για ένα "γνησίως ποιοτικό" τρόπο ζωής. Συνεπώς κορυφαίος στόχος της αειφόρου ανάπτυξης -με βάση τον ορισμό της- είναι η αποτελεσματική κάλυψη των σημερινών "βασικών αναγκών" με ταυτόχρονη εξασφάλιση όλων των όρων και προϋποθέσεων που εγγυώνται την ικανοποίηση των αναγκών και των μελλοντικών γενεών. Ο στόχος όμως αυτός ερμηνεύεται διαφορετικά για κάθε ομάδα χωρών. Στην Ευρωπαϊκή 'Ένωση ο στόχος της  αειφόρου ανάπτυξης εστιάζεται κυρίως στους υδάτινους πόρους, στην ποιότητα του αέρα, στην εξοικονόμηση της ενέργειας και στο βιώσιμο τουρισμό (ΟΟΣΑ, 2000), στις χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου βιώσιμη ανάπτυξη σημαίνει μεταφορά κεφαλαίων από τις αναπτυγμένες χώρες, εξάλειψη των χρεών και πρόσβαση στις παγκόσμιες αγορές, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες η βιώσιμη ανάπτυξη περιλαμβάνει και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και τον τρόπο διακυβέρνησης των αναπτυσσόμενων χωρών. Οι διαφορετικές αυτές κατευθύνσεις αποδεικνύουν την ασάφεια, την πολυσημία, τη γενικότητα και την αοριστία της έννοιας της αειφόρου ανάπτυξης (Αθανασάκης, 2000). Ωστόσο οι διαφορετικές αυτές κατευθύνσεις δείχνουν και τη σπουδαιότητα που έχουν για τον πλανήτη μας οι παγκόσμιες διασκέψεις για το περιβάλλον και την ανάπτυξη. Στην Παγκόσμια Διάσκεψη για τη Γη, στο Ρίο, ο τότε πρωθυπουργός του Πακιστάν Najar Sharif, εκ μέρους όλων των υπό ανάπτυξη χωρών, τόνισε: "Μετά τη Διάσκεψη αυτή ο κόσμος μας θα είναι διαφορετικός". 'Όμως δέκα χρόνια αργότερα ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Kofi Annan τόνιζε: "Οι προσπάθειες για τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη μείωση των παραγόντων που καταστρέφουν το περιβάλλον δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας που πέρασε" (State of the World 2002). Η απαισιόδοξη αυτή δήλωση εκφράζει την αγωνία των προσδοκιών που διατηρούν οι κάτοικοι του πλανήτη μας για την Παγκόσμια Διάσκεψη του Γιοχάνεσμπουργκ που πραγματοποιήθηκε στο τέλος Αυγούστου του 2002 και στην οποίαν 45.000 σύνεδροι από όλο τον κόσμο προσπάθησαν να βρουν τρόπους για την αντιμετώπιση της φτώχειας, της μείωσης της βιοποικιλότητας, της υπεραλιείας, της προστασίας των δασών, της εξάντλησης και της ρύπανσης του νερού, της αναζήτησης εναλλακτικών πηγών ενέργειας, της κλιματικής αλλαγής και άλλων περιβαλλοντικών προβλημάτων. Κατά γενική ομολογία όμως και η Διάσκεψη αυτή για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη δεν πέτυχε τους στόχους της, γιατί οι κυβερνήσεις των χωρών διατηρούσαν διαφορετικές αντιλήψεις για τα θέματα που συζητήθηκαν (ανακοινώσεις Ελλήνων κυβερνητικών εκπροσώπων, 2002). 'Όλες αυτές οι αποτυχημένες προσπάθειες και οι χαμένες ευκαιρίες σημαίνουν ότι η έννοια της αειφόρου ανάπτυξης με το γενικόλογο και ασαφή χαρακτήρα της μπορεί να λειτουργήσει και ως ένα αόριστο ιδεολόγημα με αντιφατικές δράσεις οι οποίες δεν είναι πάντα συμβατές με τους στόχους της περιβαλλοντικής ισορροπίας και προστασίας.

 

Η ασυμβατότητα των στόχων αυτών είναι ιδιαιτέρως διακριτή στην περίπτωση των φτωχών -μη αναπτυγμένων- κρατών, που είναι φυσικό να επιδιώκουν να προσεγγίσουν το επίπεδο ζωής των αναπτυγμένων κρατών. 'Έτσι, τα υπερ-πληθυσμιακά, συνήθως, αναπτυσσόμενα κράτη, με τις αυξημένες απαιτήσεις τους στους πεπερασμένους και εξαντλήσιμους φυσικούς τους πόρους, υποβαθμίζουν ακόμη περισσότερο το περιβάλλον τους. Αλλά και οι εύπορες αναπτυγμένες χώρες, υποταγμένες στη λατρεία της παραγωγής και της κατανάλωσης, τείνουν να αποκτούν ολοένα και περισσότερα αγαθά, διαιωνίζοντας έτσι τον ατέρμονα κύκλο της καταναλωτικής κοινωνίας της αφθονίας (Human Development Report, 1997).

 

Συνεπώς τα ευνοϊκά αποτελέσματα από τη μηδενική αύξηση του πληθυσμού στις αναπτυγμένες χώρες, εξουδετερώνονται από τη "σπάταλη" κατανάλωση των ενεργειακών πηγών τους, που εξασφαλίζουν την "προσωπική ευημερία" των κατοίκων τους. Το γεγονός αυτό γεννά ένα "ηθικό" ερώτημα, για το κατά πόσον το εύπορο 23% του πληθυσμού του πλανήτη μας έχει το "δικαίωμα" να στερεί από το φτωχό 77% τα ευεργετικά αποτελέσματα, της έστω και "σκληρής" τεχνολογίας, που καταναλώνει υψηλά ποσά εξαντλούμενων ενεργειακών πηγών. Γι' αυτό και δεν είναι δυνατόν, στην παρούσα φάση, να δίνεται απεριόριστη πίστη στις τεχνολογικές δυνατότητες, τη στιγμή μάλιστα που δεν έχουν λύσει το ζήτημα τη απόδοσης και χρήσης των εναλλακτικών ήπιων μορφών ενέργειας. Μπορεί όμως κανείς να ελπίζει ότι η τεχνολογική εξέλιξη έχει τη δυνατότητα να ακολουθήσει μια κατεύθυνση που θα καταναλώνει λιγότερα ενεργειακά υλικά και θα αποβάλλει λιγότερα τοξικά απόβλητα. Δηλαδή ότι μπορεί η τεχνολογία να ακολουθήσει μια "σοφότερη" πορεία δράσης, που θα εμφανίζει περισσότερο σεβασμό και ευαισθησία στους περιορισμούς της φύσης και θα εναρμονίζεται με τις "πραγματικές" ανάγκες μιας βιώσιμης κοινωνίας (Beck, 1992).

 

α.         Ως προς τις πρακτικές προσπάθειες που χρειάζονται για την περιβαλλοντική ποιότητα και την προώθησή της στις επόμενες γενιές, αξίζει να αναφερθεί η ανακύκλωση των υλικών, η οποία όμως δεν έχει ακόμη ευρέως εφαρμοστεί, αφού εξακολουθεί να μας γοητεύει η επιλογή των αντικειμένων της μιας χρήσης. Αρχίζει όμως, ως λειτουργία ενεργειακής εξοικονόμησης, να εφαρμόζεται στους περισσότερους δήμους και κοινότητες που αντιμετωπίζουν μεγάλο οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος από τη διάθεση των απορριμμάτων τους. Σχετικές είναι και οι προσπάθειες πολιτών -σε προσωπικό επίπεδο- να ελαττώσουν την κατανάλωση ενέργειας στις οικιακές συσκευές τους ή στα μέσα μεταφοράς τους. Οι προσπάθειες αυτές παραπέμπουν στην αναγκαιότητα και εφαρμογή αποτελεσματικών προγραμμάτων περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και αγωγής σε όλα τα πλάτη του πλανήτη μας (UNESCO, 1997).

 

β.         Πέρα όμως από τις παραπάνω πρακτικές, για την ενίσχυση της βιώσιμης ανάπτυξης, χρειάζεται όλες οι παραγωγικές και καταναλωτικές δραστηριότητες να αποδέχονται το οικονομικό κόστος που δέχεται η ποιότητα του περιβάλλοντος, με μια συγκεκριμένη φορολογική πολιτική (Alternatives economiques, 2002). Αυτή π.χ. μπορεί να αναφέρεται στις εκπομπές τοξικών αερίων, είτε στις απορρίψεις βιομηχανικών αποβλήτων είτε στην κατανάλωση καυσίμων χαμηλής ποιότητας, είτε στις αποθέσεις σκουπιδιών σε ακατάλληλους χώρους ή και στη χρήση επικίνδυνων γεωργικών φαρμάκων. Βεβαίως η πολιτική αυτή των πράσινων φόρων τελικά επιβαρύνει τον καταναλωτή. Ταυτόχρονα όμως του δίνει κίνητρα για να επιλέξει προϊόντα που προκαλούν λιγότερο βλαπτικές επιδράσεις στο περιβάλλον (Morgan et al, 1993).

 

γ.         Η αειφόρος όμως ανάπτυξη και η μέσω αυτής βιώσιμη κοινωνία, απαιτεί και βιομηχανικές διεργασίες που θα λειτουργούν σύμφωνα με τις φυσικές λειτουργίες των οικοσυστημάτων. Δηλαδή διεργασίες και δραστηριότητες, που λειτουργώντας ως "κλειστό οικοσύστημα", θα ελαχιστοποιούν τα απόβλητά τους, με βάση την ανακύκλωση των υλικών και την επανάκτηση της χρησιμοποιούμενης ενέργειας. Οι τακτικές αυτές προσομοίωσης των φυσικών και βιομηχανικών οικοσυστημάτων, τελικά προάγουν την αειφόρο ανάπτυξη, αφού -μέσω της ανακύκλωσης και της ελάττωσης των αποβλήτων- μειώνουν τη ρύπανση και εμποδίζουν τη διατάραξη των βιοκοινωνιών στα φυσικά οικοσυστήματα (Cunningham et al, 1995). Το πρόβλημα όμως είναι πως τα αναπτυσσόμενα κράτη θα "αρνηθούν" το μοντέλο της ρυπογόνου ανάπτυξης και των οικολογικά επισφαλών τεχνολογιών. Δηλαδή πώς θα πεισθούν να υιοθετήσουν τις λειτουργίες των κλειστών βιομηχανικών συστημάτων, οι οποίες αξιοποιούν συνετά και προστατεύουν αποτελεσματικά τις ενεργειακές πηγές. Μια λύση είναι η παγκόσμια συνεργασία των κρατών, να ενισχύσει την οικονομική βοήθεια προς τις μη αναπτυγμένες χώρες, για να μπορέσουν αυτές να εφαρμόσουν ήπιες μορφές τεχνολογίας, καταβάλλοντας έτσι το τίμημα της βραδύτερης, αλλά ασφαλέστερης (κοινωνικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά) αειφόρου ανάπτυξης.

 

δ.         'Όσον αφορά τις προσπάθειες που χρειάζεται να καταβάλλουμε για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων, αυτές διέρχονται από έναν τρόπο ζωής που στηρίζεται στην αρχή: σκέψου πλανητικά (σφαιρικά) και δράσε τοπικά (Αθανασάκης κ.ά., 1998 και 2005) με δράσεις που αφορούν:

 

· Τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας στο σπίτι και στις μεταφορές.

· Την επιλογή προϊόντων που κατασκευάζονται από ανακυκλώσιμα υλικά.

· Την εκλογή ευαισθητοποιημένων και δραστήριων περιβαλλοντικά, πολιτικών, επηρεάζοντας έτσι θετικά την περιβαλλοντική πολιτική.

·  Τη συμμετοχή μας σε γνήσιες περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι οποίες αγωνίζονται πραγματικά για τη διαμόρφωση φιλο-περιβαλλοντικής πολιτικής.

·  Την παρακολούθηση δημόσιων συζητήσεων ή τη συμμετοχή μας σε αυτές, για περιβαλλοντικά προβλήματα που αφορούν το άμεσο περιβάλλον μας.

·  Την οργάνωση και ανάπτυξη προγραμμάτων περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και αγωγής στο σχολείο ή μέσω των δημοτικών και των πολιτισμικών φορέων της περιοχής μας.

·  Την ενημέρωση, εγρήγορση και δράση μας για τοπικά και παγκόσμια περιβαλλοντικά ζητήματα, μέσω βιβλίων, μελετών, εφημερίδων, περιοδικών και μέσων μαζικής ενημέρωσης.

 

Οι στρατηγικές αυτές που στηρίζονται στις αρχές της πρόληψης, της ευθύνης για αυτόν που ρυπαίνει και της συνευθύνης, και αφορούν την ευαισθητοποίηση και ενεργοποίηση των πολιτών, καθώς και τη σχέση τους με τη διδακτική πράξη, μπορούν να προάγουν την πραγματική αειφόρο ανάπτυξη, διατηρώντας σταθερή και την οικονομική ευεξία και την κοινωνική ευημερία και την ποιότητα του ολιστικού περιβάλλοντος των μελλοντικών γενεών.

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

1.         Αθανασάκης Α., Περιβαλλοντική ψυχολογία και Εκπαίδευση, Χ.ΔΑΡΔΑΝΟΣ, Αθήνα 2000.

 

2.         Αθανασάκης Α., Κουσουρής Θ., Κονταράτος Σ., Αρχές Περιβαλλοντικών Επιστημών, Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1998.

 

3.         Αθανασάκης Α., Η Περιβαλλοντική Αγωγή σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, Χ. ΔΑΡΔΑΝΟΣ, Αθήνα 2005.

 

4.         Beck U., Risk Society, London 1992.

 

5.         Cunningham W., Woodworth Saigo B., 1995, Environmental Science: A Global Concern, WCB., Dubuque.

 

6.         Environnement et developpement, Le defi du XXIe siecle, Alternatives economiques, 2002.

 

7.         Morgan M., Moran J., Wiersma J., 1993, Environmental Science: Managing Biological and Physical Resources, WCB, Dubuque.

 

8.         Ο.Ο.Σ.Α., Δράσεις για την εφαρμογή περιβαλλοντικής πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, 2000.

 

9.         State of  the World 2000, Worldwatch Institute, Washington 2000.

 

10.       UNESCO, Educating for a Sustainable Future, International Conference, Thessaloniki 1997.

 

11.       United Nations, Human Development Report, 1997.