Δρ. Αρτέμης  Μ. Αθανασάκης

                                                                            -    Δρ. Περιβαλλοντικής αγωγής

                                                                            -   Καθηγητής Μαρασλείου Διδασκαλείου

                                                                                Δ.Ε.  Παν/μίου  Αθηνών

                                                                                   

 

« Το νερό ως θεματικό πεδίο και μεθοδολογικό εργαλείο

στη διδακτική πράξη »

 

            Είναι αμφίβολο αν υφίσταται - στον πλανήτη μας - φυσικός πόρος, σαν το νερό, με τέτοια ζωτική αξία, οικολογική σημασία, οικονομική σπουδαιότητα και πολιτισμική παρουσία στο διάβα της ανθρώπινης εξέλιξης. Και αυτές βέβαια οι σημαντικές αξίες του πολυτιμότατου αυτού - εν ανεπαρκεία - αγαθού αποτελούν τη μία πλευρά του θέματος. Υπάρχουν όμως και άλλες όψεις - οι αρνητικές, από την άλλη πλευρά, που προσδιορίζουν το νερό ως πρόβλημα στις σημερινές κοινωνίες. Πρόβλημα πολυσύνθετο, βαθύτατα κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό, η διερεύνηση του οποίου απαιτεί τη συνεξέταση όλων των φυσικών, οικονομικών, περιβαλλοντικών, τεχνολογικών και κοινωνικών παραμέτρων που το διαμορφώνουν. Αρκεί να αναφερθεί ότι - σύμφωνα και με εκτιμήσεις της Διεθνούς Τράπεζας - 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι στον πλανήτη μας δεν έχουν πρόσβαση στο πόσιμο νερό και ακόμη ότι η ρύπανση του νερού από βιομηχανικές, γεωργικές και αστικές δραστηριότητες αυξάνεται συνεχώς, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται τα φυσικά και ανθρωπογενή οικοσυστήματα και να απειλείται η παγκόσμια υγεία. Εκτιμάται επίσης ότι 10 εκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη μας πεθαίνουν, κάθε χρόνο, από ασθένειες που σχετίζονται με την ακαταλληλότητα και τη μόλυνση του πόσιμου νερού. Εξάλλου σύμφωνα με σοβαρές εκτιμήσεις διεθνών περιβαλλοντικών οργανισμών, το 2025, οπότε ο πληθυσμός της γης θα πλησιάζει τα 10 δισεκατομμύρια, ένας στους τρεις κατοίκους του πλανήτη μας θα κινδυνεύει άμεσα από τη λειψυδρία. Και ότι σήμερα τα 4/5 των ασθενειών στις χώρες του τρίτου κόσμου οφείλονται στην κακή ποιότητα του νερού.

            Ετσι συνειδητοποιείται πλέον ότι το νερό όχι μόνο ρυπαίνεται και μολύνεται από ανθρωπογενείς δραστηριότητες, αλλά και εξαντλείται, επειδή αγνοήθηκαν οι περιβαλλοντικές παράμετροι που το διασφαλίζουν. Και δεν είναι μόνο το γεγονός αυτό, γιατί φαίνεται ότι η διεκδίκηση του ζωτικού αυτού φυσικού πόρου αποτελεί αιτία διαμάχης, συγκρούσεων και πολέμων μεταξύ γειτονικών χωρών με διασυνοριακές πηγές, δεδομένου ότι το 40% περίπου των κατοίκων της γης μοιράζεται τα νερά των ίδιων λιμνών και ποταμών. 'Ετσι μέσα σε αυτό το πλαίσιο των ποικίλων προβλημάτων του νερού, γίνονται εξαιρετικά επίκαιροι κάποιοι περιβαλλοντικοί όροι, όπως η λειψυδρία, η ερημοποίηση, η ρύπανση του νερού, η μόλυνση του νερού, η εξοικονόμηση του νερού, η διαχείριση των υδάτινων πόρων, η βιώσιμη διαχείριση του νερού και άλλες οικο-περιβαλλοντικές έννοιες.

            Η επικαιρότητα των περιβαλλοντικών αυτών όρων και εννοιών εξηγεί γιατί, ιδιαιτέρως σήμερα, γίνεται αισθητή μία δίψα γνώσης για τα ζητήματα του νερού.

            Η γνώση όμως αυτή με ποιες μεθοδολογικές πρακτικές κατακτάται; Απαντώντας στο ερώτημα αυτό τονίζω ότι η γνώση των ποικίλων διαστάσεων του νερού απαιτεί και γνώση των ευρύτερων οικο-περιβαλλοντικών ζητημάτων και προβλημάτων, για να αποκαλύπτονται και να ανακαλύπτονται έτσι οι σχέσεις ανάμεσα στα υδατικά ζητήματα και στα άλλα περιβαλλοντικά προβλήματα, όπως για παράδειγμα είναι η εδαφική ρύπανση, ο ευτροφισμός, οι κλιματικές μεταβολές, η όξινη βροχή, το φαινόμενο EL NINIO και άλλα προβλήματα.

            Χρειάζονται συνεπώς οι εκπαιδευτικοί, αλλά μέσω αυτών και οι μαθητές τους, να διαθέτουν περιβαλλοντική μόρφωση και ευαισθησία και όχι μόνο να κατέχουν τις έννοιες, τις αρχές και τους νόμους της επιστήμης του νερού. Πρέπει όμως να τροποποιήσουν το εξειδικευμένο, νοησιαρχικό, γνωστικό και μεθοδολογικό μοντέλο, που από την πλευρά του οδήγησε το βιομηχανικό πολιτισμό στην αναπτυξιακή φρενίτιδα και στην καταναλωτική μανία και να υιοθετήσουν μία εκπαιδευτική φιλοσοφία και μεθοδολογία η οποία παρέχει μια συνολικότερη αντίληψη για το περιβάλλον, την ανάπτυξη και τον πολιτισμό. Να ενστερνιστούν δηλαδή μία εκπαιδευτική προβληματική, η οποία και αυτή από την πλευρά της, ξεπερνά τα ποσοτικά αναπτυξιακά μεγέθη και τους οικονομικούς δείκτες για να συμπεριλάβει και ποιοτικά στοιχεία βελτίωσης της ανθρώπινης ζωής. Με άλλα λόγια οι εκπαιδευτικοί να μην επιστρέψουν στο εξειδικευμένο παραδοσιακό μοντέλο αγωγής και εκπαίδευσης για τα ζητήματα του νερού. Ωστόσο αναγκαίοι κρίνονται οι ειδικοί επιστήμονες και ερευνητές που έχουν εμβαθύνει σε επιμέρους τομείς της επιστήμης του νερού. Αρκεί αυτοί να λειτουργούν ως γνωστικοί κρίκοι ενός διεπιστημονικού περιβαλλοντικού προγράμματος εκπαίδευσης.

            Γιατί μπορεί οι επιστήμονες αυτοί κατά την άσκηση του έργου τους να μην εργάζονται διεπιστημονικά πάνω στα προβλήματα που ερευνούν. Είναι όμως απαραίτητοι θεματικοί και μεθοδολογικοί κρίκοι για τη διεπιστημονική προσέγγιση και την πολυεπιστημονική σύνδεση των εκπαιδευτικών οικο-περιβαλλοντικών προγραμμάτων.

            Οι επιστήμονες αυτοί μπορούν να προέρχονται όχι μόνο από το χώρο των περιβαλλοντικών επιστημών, αλλά και από τις ευρύτερες γνωστικές περιοχές της Οικονομίας, της Κοινωνιολογίας, της Οικονομίας, της Ιστορίας, της Ψυχολογίας, της Πολιτικής Επιστήμης, του Δικαίου κ.ά. Τέτοιοι ερευνητικοί και επιστημονικοί κρίκοι είναι απαραίτητοι για τη διαθεματική οργάνωση και λειτουργία προγραμμάτων που  -ιδιαιτέρως- επιδιώκουν τη βιώσιμη διαχείριση και προστασία του νερού, διαμορφώνοντας τους συνετούς και αποτελεσματικούς μελλοντικούς διαχειριστές των υδατικών πόρων του πλανήτη μας.

            Στόχος των προγραμμάτων αυτών βιώσιμης διαχείρισης του νερού είναι η ανάπτυξη ικανοτήτων στους μελλοντικούς πολίτες μέσω μιας ολιστικής εκπαιδευτικής διαδικασίας, που θα περιλαμβάνει βασικές γνώσεις για το νερό, δεξιότητες για την έρευνά του, αλλά και ευρύτερες δεξιότητες οικονομικού, διοικητικού και τεχνολογικού χαρακτήρα. Οι στόχοι όμως αυτοί είναι ανέφικτοι και χωρίς σημασία, αν τα προγράμματα αυτά δεν επιδιώκουν τη διαμόρφωση θετικών αξιών, ευνοϊκών στάσεων και συμπεριφορών απέναντι στο συνολικό περιβάλλον, προοπτικές που αποτελούν τους κορυφαίους σκοπούς κάθε εκπαιδευτικού οικο-περιβαλλοντικού προγράμματος.

            Πρέπει  όμως  και  ο σημερινός εκπαιδευτικός όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης -όπως αναφέρθηκε προηγουμένως- να συνειδητοποιήσει τις αδυναμίες του παραδοσιακού εκπαιδευτικού μοντέλου και να αποφασίσει να αλλάξει αντίληψη, στάση και δράση απέναντι στις ιδεολογίες του σχολείου και στις διαδικασίες μάθησης, ενστερνιζόμενος το διερευνητικό και βιωματικό μεθοδολογικό μοντέλο της αναζήτησης, της κριτικής ανάλυσης, της συνθετικής επεξεργασίας, της αξιολόγησης και της αξιοποίησης της γνώσης. Μπορεί ασφαλώς από τις προσφιλείς παιδαγωγικές του μεθόδους να διατηρήσει και τις διαλέξεις (όταν χρειάζονται) και τις εργαστηριακές ασκήσεις και τις αυτοματοποιημένες - μέσω υπολογιστών - παρουσιάσεις διδακτικών θεμάτων, αλλά ταυτόχρονα να ενθαρρύνει την εφαρμογή των μαθησιακών διαδικασιών της παρατήρησης, της βιωματικής συμμετοχής, της διερευνητικής προσέγγισης, της ομαδικής εργασίας, της κριτικής αποτίμησης, της διεπιστημονικής σύνδεσης και άλλων μεθοδολογικών πρακτικών που οριοθετούν το σχολείο της χαράς, της δημιουργίας, της έκφρασης, της συμμετοχής και της συνευθύνης.

 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ  ΠΗΓΕΣ

 

1.         Αγγελάκης Α.Ν., Ανάγκη για Διεπιστημονική 'Ερευνα και Εκπαίδευση στα αντικείμενα της επιστήμης του νερού, 1ο Διαπανεπιστημιακό Διεπιστημονικό συνέδριο: Η Διεπιστημονική Προσέγγιση της Ανάπτυξης, εκδ. ΠΑΠΑΖΗΣΗ, Αθήνα 1990.

2.         Αθανασάκης Α., Η ανατροπή της διαλεκτικής και οικολογικής σχέσης του ανθρώπου με το νερό, ΝΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑ, 39, 1986.

3.         European standard proposal, Guide to analytical quality control for water analysis, Final draft, 1995.

4.         Extence C.A., Bates A.J., Forbes W.I., Barham P.J., Biologically based water quality management, ENVΙRONMENTAL POLLUTION, 45, 1987.

5.         Κουσουρής Θ., Το νερό στη φύση, στην ανάπτυξη και στην προστασία του περιβάλλοντος, Ε.Κ.Θ.Ε., Μονογραφίες Θαλασσίων Επιστημών, Αθήνα 1998.

6.         Lawer W.C., Water quality for portable use, WATER SCIENCE AND TECHNOLOGY, Vol. 23, 1991.

7.         Mylopoulos J., Sustainable water management in Greece: A dream or a vision? Montreal 1996.

8.         Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας (επιμ. Α. Αθανασάκης), Βιώσιμη Ανάπτυξη με την Περιβαλλοντική Αγωγή, Μεσολόγγι 1997.

9.         Ξανθόπουλος Θ., Διαχείριση υδατικών πόρων: Θεωρητικές ελπίδες και ρεαλιστική προσέγγιση, Πρακτικά Δ' Συνεδρίου Διαχείρισης υδατικών πόρων, Τ.E.Ε., Λάρισα 1996.