Οικονομία, Περιβάλλον και Βιώσιμη Ανάπτυξη:

Βασικές έννοιες της επιστήμης των οικονομικών του περιβάλλοντος

(Κείμενο δημόσιας διάλεξης)

 

 

 

 

5 Ιουνίου 2002

Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος 2002

 

 

 

 

 

 

Ομιλητής:

Ευθύμης Ζαγοριανάκος[1]

 

 

 

 

Διοργάνωση ΙΑΑΚ/ΕΚΚΕ,

Μεσογείων 14-18, Αθήνα

 

 

 

 

 

 

 

 



 

 

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί το περιεχόμενο σχετικής διάλεξης η οποία δόθηκε από τον ομιλητή και φιλοξενούμενο του ΙΑΚΚ/ΕΚΚΕ την ημέρα της Παγκόσμιας Ημέρας Περιβάλλοντος 2002.  H διάλεξη είχε στόχο την παρουσίαση των αρχών της επιστήμης που είναι γνωστή ως ‘Οικονομική του Περιβάλλοντος’ κάτω από το πρίσμα της έννοιας της Βιώσιμης ή Αειφόρου Ανάπτυξης[2] (ΒΑ). Γίνεται αναφορά στην έννοια της Αειφόρου Ανάπτυξης, στην εννοιολογική της διάσταση, στις ιδεολογικές αποχρώσεις της, στον ρόλο της Επιστήμης των Οικονομικών του Περιβάλλοντος στην επιδίωξη της και στα προβλήματα που συνδέονται με την εφαρμογή της.

 

 

 

1.    Εισαγωγή

Η επιστήμη των Οικονομικών του Περιβάλλοντος αναδύθηκε την δεκαετία του 1960 στην Δύση ως έκφραση της παράλληλα αναδυόμενης ‘πράσινης σκέψης’ και του περιβαλλοντικού κινήματος που προέκυψε. Σε αυτήν την περίοδο εξάλλου οφείλουμε την υιοθέτηση και διάδοση του όρου Environmentalism (Περιβαλλοντολογία) (Ο’ Riordan, 1983). Δεν θα πρέπει βέβαια να ξεχνάμε πως τα Οικονομικά του Περιβάλλοντος είναι ένας κλάδος της επιστήμης της Οικονομίας της οποίας η ανάπτυξη χρονολογείται από τον 19ο αιώνα.     

 

2.    Οι πρωτεργάτες της επιστήμης των Οικονομικών του Περιβάλλοντος

Η επιστήμη των Οικονομικών του Περιβάλλοντος βλέπει την Οικονομία ως ανοικτό σύστημα. Για να λειτουργήσει δηλαδή χρειάζεται εξόρυξη πόρων από το περιβάλλον (καύσιμα και πρώτες ύλες), την επεξεργασία τους (για την μετατροπή τους σε καταναλωτικά προϊόντα ή την προσφορά υπηρεσιών) και την διάθεση των αποβλήτων αυτών των διεργασιών πίσω στο περιβάλλον. Πρόκειται για την ιδέα πίσω από τον όρο ‘ισορροπία των υλικών’ (materials balance) την άποψη δηλαδή πως όσο περισσότερη είναι η εξαγωγή πόρων από το περιβάλλον τόσο μεγαλύτερη θα είναι η απόρριψη τους πίσω σε αυτό, με κίνδυνο να σπρώξουμε στα όρια την δυνατότητα αυτοκαθαρισμού της φύσης με δυσάρεστες συνέπειες στους ανθρώπους, χλωρίδα και πανίδα (Kneese et al, 1970). Έτσι ερχόμαστε στην έννοια των Οικολογικών ορίων (ecological limits) στην οικονομική δραστηριότητα, όρια τα οποία καθορίζονται από την αντοχή του φυσικού περιβάλλοντος (Meadows et al, 1972). Η έννοια των οικολογικών ορίων στηρίχθηκε στην δουλειά των Malthus (1798), Ricardo (1817), Marx (1867). Ο Malthus μίλησε για ‘απόλυτα όρια’ (absolute limits) και την δημιουργία μιας ‘στατικής μορφής οικονομικής ανάπτυξης’ (stationary state, steady-state economy) καθώς η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού και η συνεπακόλουθη οικονομική ανάπτυξη θα υπερσκέλιζε την δυνατότητα παραγωγής φυσικών πόρων και αφομοίωσης αποβλήτων. Ο Ricardo υιοθέτησε μια πιο αισιόδοξή άποψη σύμφωνα με την οποία η πραγματική απειλή για την Οικονομία είναι τα ‘σχετικά όρια’ (relative limits). Υποστήριξε πως η σπανιότητα/έλλειψη φυσικών πόρων εξαρτάται από τα αυξανόμενα κόστη άντλησης τους. Καθώς η εξάντληση των πιο οικονομικά εκμεταλλεύσιμων πόρων θα γίνεται αισθητή, η προσοχή θα στραφεί στην χρήση των πόρων, η άντληση / εκμετάλλευση των οποίων δεν θεωρούνταν οικονομική. Το αποτέλεσμα θα είναι η αύξηση του κόστους άντλησης / εκμετάλλευσης (αλλά και του περιβαλλοντικού κόστους αποφυγής της ρύπανσης/διατάραξης) και έτσι περιορισμός της οικονομικής δραστηριότητας που στηρίζεται σε αυτούς τους πόρους[3]. Ο Marx τον 19ο αιώνα, υποστήριξε ότι η ανάπτυξη περιορίζεται από κοινωνικές και  πολιτικές συνθήκες μέσα στην εθνική οικονομία και κοινωνία, αναπτύσσοντας έτσι την έννοια των κοινωνικών ορίων (social limits). Την δεκαετία του 70, η έννοια των ‘κοινωνικών ορίων προεκτάθηκε για να συμπεριλάβει ηθικούς παράγοντες όπως τα δικαιώματα των μελλοντικών γενεών για χρήση των φυσικών πόρων, άποψη η οποία ενσαρκώνεται στον ορισμό της Βιώσιμης Ανάπτυξης που αναπτύσσεται παρακάτω.

 

3.    Το εννοιολογικό πλαίσιο της Βιώσιμης Ανάπτυξης

Την ίδια δεκαετία (1970) παρατηρήθηκε μια αλλαγή στην νοοτροπία του δυτικού κόσμου. Σε διάφορες στατιστικές οι άνθρωποι δήλωναν μη ικανοποιημένοι από την ποιότητα ζωής παρότι οι ρυθμοί ανάπτυξης αυξάνονταν ραγδαία. Αυτό έστρεψε την προσοχή στην επανεξέταση των δεικτών ανάπτυξης (παραδοσιακά κατά κεφαλή ΑΕΠ) και την προσπάθεια για εξεύρεση δεικτών που να περιλαμβάνουν μη μετρήσιμες ποσοτικά ανθρώπινες αξίες όπως το περιβάλλον και η ανεργία (OECD, 1991a; Pearce and Turner, 1991). Υπό το πρίσμα των παραπάνω δεν ήταν τυχαία η διατύπωση του όρου ‘Αειφόρος ή Βιώσιμη Ανάπτυξη’ από τον Gro Harlem Brundtland την πρώην πρωθυπουργό της Νορβηγίας το 1987. Ο όρος αυτός είχε χρησιμοποιηθεί από τους εισηγητές της αγρο-οικολογίας την δεκαετία του ‘70 (διαχείριση δασών) και προϋπήρχε του Brundtland. Όμως η αίγλη και η διάδοση του οφείλεται στην Έκθεση Brundtland (WCED, 1987) η οποία υποβλήθηκε το 1987 στην Παγκόσμια Επιτροπή για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη (WCED). Εκεί ο όρος περιγραφόταν ως η ανάπτυξη που επιτρέπει την ικανοποίηση των σημερινών αναγκών χωρίς να συμβιβάζονται οι ανάγκες των μελλοντικών γενεών για ανάπτυξη. Έκτοτε έχουν προταθεί αναρίθμητοι ορισμοί του όρου και έχει χυθεί πολύ μελάνι στην βιβλιογραφία. Προσωπικά προτιμώ τον ορισμό μιας Αιγύπτιας πολεοδόμου η οποία υποστήριξε πως η έννοια αφορά την ηθική υποχρέωση να παραδώσουμε στα παιδιά μας τον κόσμο όπως τον παραλάβαμε από τους γονείς μας. Η βιβλιογραφία σχετικά με την Βιώσιμη Ανάπτυξη είναι ανεξάντλητη αλλά γενικά συμφωνεί ως προς τα παρακάτω χαρακτηριστικά της:

  • χώρος:
    • κάθετη θεώρηση χώρου: τοπικό, περιφερειακό, εθνικό, και διεθνές επίπεδο ανάπτυξης (think globally, act locally),
    • οριζόντια θεώρηση χώρου: ισόρροπη ανάπτυξη των υπό ανάπτυξη χωρών -τρίτες χώρες (intra-generational equity, Pearce et al, 1990),
  • χρόνος (μακροπρόθεσμοι στόχοι/διάρκεια και βραχυπρόθεσμη δράση, ισότητα ευκαιριών για ανάπτυξη ανάμεσα στης τωρινές γενιές και τις μελλοντικές (inter-generational equity, Page, 1982), σχετική είναι εδώ η έννοια της ‘απώλειες αξίας’ (discounting) και το πρόβλημα της τιμής του το οποίο θα πρέπει να ορισθεί στο μηδέν σύμφωνα με τις αρχές της ΒΑ)
  • θεματολογία: 3 συστατικά της ΒΑ (Οι παρακάτω παράγοντες εξετάζονται ως προς το αντικείμενο κάθε φορά καθώς και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους):
    • Οικονομία (Οικονομική Ανάπτυξη)
    • Κοινωνία (Κοινωνική Δικαιοσύνη)
    • Περιβάλλον (Περιβαλλοντική Προστασία, Constanza and Daly, 1992)
  • ολοκλήρωση (integration) (κοίτα Πίνακα 4): η όσο το δυνατόν πλήρης ενσωμάτωση του περιβάλλοντος στην διαδικασία λήψης αποφάσεων και η εξέταση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των κοινωνικοοικονομικών και περιβαλλοντικών παραγόντων που υπεισέρχονται σε αυτήν (έννοια η οποία έχει υιοθετηθεί στο 5ο και 6ο Πρόγραμμα Δράσης για το Περιβάλλον και την Αειφόρο Ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

 

Πίνακας 4: Η έννοια της ‘ολοκλήρωσης’ (integration)

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι η έννοια της ‘ολοκλήρωσης’ αποτελεί από μόνη της μια θεμελιώδη έννοια όμοια της ΒΑ αφού προϋποθέτει την ταυτόχρονη ενσωμάτωση των 3 παραπάνω παραγόντων στην διαδικασία λήψης αποφάσεων. Θεωρείται όμως πως διαδικαστικά βρίσκεται ένα στάδιο πριν την ΒΑ, είναι δηλαδή μία έννοια που ενσωματώνεται στην ΒΑ. Ένα παράδειγμα της διαφορετικότητας τους αφορά στην μεχρι τώρα διεθνή εμπειρία με τις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), τις ολοκληρωμένες ΜΠΕ και τις Βιώσιμες ΜΠΕ. Ποια είναι η διαφορά?  Η κλασικές ΜΠΕ (σύμφωνα με την μέχρι τώρα εμπειρία) περιλαμβάνουν την εκπόνηση μελετών ξεχωριστά από την διαδικασία σχεδιασμού του έργου. Παρότι τα αποτελέσματα τους πρέπει να ληφθούν υπόψιν κατά την λήψη αποφάσεων, εντούτοις δεν παίρνουν μέρος παράλληλα με την διαδικασία σχεδιασμού όπως γίνεται με τις ολοκληρωμένες ΜΠΕ. Επιπρόσθετα η Βιώσιμη ΜΠΕ αφού έχει περάσει από την φάση της ολοκλήρωσης περιλαμβάνει τον ταυτόχρονο συνυπολογισμό των οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου και την αλληλεπίδραση μεταξύ τους, είτε κατά την διεξαγωγή της ΜΠΕ είτε κατά την διάρκεια της διαδικασίας σχεδιασμού (Zagorianakos E., 2001). 

 

Στην συνέχεια ο όρος χρησιμοποιήθηκε από διεθνείς οργανισμούς. Αυτή η έννοια, παρότι απλή στην διατύπωσή της είναι δύσκολή στο να εφαρμοστεί καθώς ανάλογα με την υιοθετούμενη άποψη μπορεί ο τρόπος εφαρμογής να αλλάξει σημαντικά. Στον παρακάτω Πίνακα αποτυπώνονται οι αρχές της ΒΑ κατά την εφαρμογή της στον τουριστικό τομέα.


 

Πίνακας 1: Αρχές της Βιώσιμης Ανάπτυξης και εφαρμογή τους στον τουριστικό τομέα (Τσάρτας in Βασενχόβεν et al, 1994)

 

Υπάρχουν πολλές καταγεγραμμένες προσπάθειες τόσο για να οριστούν οι γενικές αρχές της ΒΑ όσο και για να εφαρμοστεί η έννοια στην πράξη. Σχετικά με τις προσπάθειες υιοθέτησης και εφαρμογής του, το 5ο Πρόγραμμα Δράσης για την ΒΑ της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσφέρει ένα ικανοποιητικό πλαίσιο αναφοράς για την εφαρμογή του όρου στην Ευρώπη. 

 

4.    Η ιδεολογική ταυτότητα της ΒΑ

Αναφέρθηκε παραπάνω πως η ΒΑ παίρνει το σχήμα της ιδεολογίας και πεποιθήσεων του ατόμου / φορέα που προσπαθεί να την εφαρμόσει. (Toman, 1992) Αυτό κατά την γνώμη του γράφοντα συμβαίνει επειδή η έννοια δεν είναι κάτι το καινούριο (ως σύλληψη) αλλά περιλαμβάνει (και αυτή είναι η γοητεία της και ο λόγος για την διάδοσή της) διάφορες πεποιθήσεις για περιβαλλοντική προστασία που έχουν διατυπωθεί στο παρελθόν. Θα ήταν λοιπόν χρήσιμο εάν ειδωθεί ως ένας γενικός όρος ‘ομπρέλα’ κάτω από τον οποίον μπορούν να βρουν έκφραση διάφορες πλευρές της Οικολογικής ιδεολογίας (κοίτα Πίνακα 2). Ας ρίξουμε όμως μια ματιά στις κυρίαρχες ιδεολογίες. Ίσως έτσι ο όρος γίνει περισσότερο κατανοητός. 

 

Δύο ιδεολογικά στρατόπεδα μπορούν να ξεχωρίσουν: το τεχνολογικό (technocentrism) και το οικοκεντρικό (ecocentrism) (κοίτα Πίνακα 2). Ένας ακραίος υποστηριχτής της τεχνολογικής σχολής θα επιθυμούσε για παράδειγμα να μην τεθούν περιορισμοί σε καταναλωτές ή στον τρόπο που λειτουργούν οι αγορές. Θα υποστήριζε την αδιατάρακτη λειτουργία της αγοράς (χωρίς παρεμβάσεις από το κράτος) και θα στήριζε την επιχειρηματολογία του σχετικά με την περιβαλλοντική προστασία στην δύναμη της τεχνολογίας για να ξεπεράσει τα ‘προβλήματα που δημιουργεί η ανάπτυξη’. Αυτή η θέση αντιστοιχεί στην ΄πολύ ήπια ή πολύ ασθενής αειφορία’.

 


Πίνακας 2: Ιδεολογικές αποχρώσεις της Βιώσιμης ή Αειφόρου Ανάπτυξης

Κατηγορίες Αειφορικής Ανάπτυξης 8

Τεχνολογική Σχολή

Οικοκεντρική Σχολή

Πολυ ασθενης Αειφορία

Ασθενης Αειφορια

Ισχυρη Αειφορια

Πολύ Ισχυρή Αειφορία

Πράσινη Ιδεολογία6

Εκμετάλλευση πόρων, αύξηση ΑΕΠ

Διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος και τεχνοκρατικές απόψεις

Προστασία του περιβάλλοντος

Ακραίες θέσεις προστασία του περιβάλλοντος

Τύπος Οικονομίας6

Αδιατάρακτη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς – Αντι-Οικολογικές Απόψεις

‘Πράσινη Οικονομία’ – Δημιουργία φιλο-περιβαλλοντικών αγορών οι οποίες στηρίζονται σε οικονομικά κίνητρα (ΟΚ)

Βαθιά ‘Πράσινη Οικονομία’ – Σταθεροί ρυθμοί ανάπτυξης επιτυγχάνονται με την χρήση ΟΚ και περιορισμών

Πού βαθιά  ‘Πράσινη Οικονομία’ – Ισχυρός κρατικός παρεμβατισμός για την ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιπτώσεων από την εξάντληση των πόρων

Στρατηγικές Διαχείρισης6

Κυριότερος στόχος: αύξηση ΑΕΠ

Τροποποίηση της οικονομικής ανάπτυξης (Τροποποίηση ΑΕΠ)

Μηδενική Οικονομική και Πληθυσμιακή Ανάπτυξη

Οικονομική και Πληθυσμιακή μείωση

Υιοθέτηση της ‘αξιωματικής’ αντίληψης ότι η αδιατάρακτη λειτουργία της αγοράς σε συνδυασμό με την τεχνολογική πρόοδο θα εξασφαλίσουν  απεριόριστες δυνατότητες αναπλήρωσης πόρων ώστε να αμβλύνουν τις επιπτώσεις από την υπεράντλησή τους 

Υποκατάσταση πόρων -Υπερισχύει ο κανόνας του ‘συνεχούς κεφαλαίου’ επομένως αλλαγές οικονομίας κλίμακας είναι αναγκαίες

Υποκατάσταση πόρων – Συστημική θεώρηση – Ισορροπία όλου του οικοσυστήματος – Θεωρία της Γαίας

Μείωση αναπτυξιακής δραστηριότητας – για μερικούς η Γαία έχει προσωποποιηθεί (το ανθρώπινο γένος είναι ηθικά δεσμευμένο απέναντί της)

Ηθικές Δεσμεύσεις6

Ενίσχυση της ανθρωποκεντρικής παραδοσιακής λογικής: υπεράσπιση δικαιωμάτων και ενδιαφερόντων του μεμονωμένου ατόμου – αναγνώριση της λειτουργικής αξίας της φύσης αλλά από την πλευρά του ανθρώπου

Επέκταση των ηθικών δεσμεύσεων να συμπεριλάβει ‘την φροντίδα για τους συνανθρώπους μας’ – κοινωνική δικαιοσύνη για τωρινές και μελλοντικές γενιές (inter, intra generational equity), λειτουργική αξία της φύσης

Παραπέρα επέκταση των ηθικών δεσμεύσεων ώστε τα δικαιώματα του συνόλου να θεωρούνται πιο σημαντικά από αυτά του ατόμου – πρωταρχική αξία δίδεται στα οικοσυστήματα και δευτερογενής αξία στις λειτουργίες  και υπηρεσίες τους

Αποδοχή κανόνων ‘βιοηθικής’ (ηθικά δικαιώματα εφαρμόζονται σε όλα τα μη-ανθρώπινα είδη ακόμα και σε αβιοτικά μέρη του περιβάλλοντος – εσωτερική αξία της φύσης (έχει αξία από μόνη της ανεξάρτητα από την ανθρώπινες παραδοχές)

 


Μια λιγότερο ακραία άποψη του ίδιου ιδεολογικού στρατοπέδου υποστηρίζει πως η ελεύθερη αγορά μπορεί να λειτουργήσει θετικά σε σχέση με το περιβάλλον με την προϋπόθεση ότι ο μεμονωμένος πολίτης σκέπτεται και δρα με ‘πράσινο’ τρόπο. Έτσι σε αυτήν την κοινωνία των πράσινων πολιτών, η αποκατάσταση φυσικών πόρων αλλά και η θέσπιση ορισμένων ορίων στην εκμετάλλευση πόρων ‘κρίσιμου φυσικού κεφαλαίου’ (critical natural capital) όπως το πετρέλαιο, είναι σημαντικά. Επίσης άλλοι φυσικοί πόροι μπορεί να προτιμηθούν προς χρήση εξαιτίας της δυνατότητάς τους για υποκατάσταση. Αυτό μπορεί να γίνει με την υποκατάστασή τους είτε από άλλους φυσικούς πόρους (π.χ. πετρέλαιο από φυσικό αέριο, βενζίνη από καύσιμο υδρογόνου και τεχνολογία κελιών καυσίμου) είτε από ανθρωπογενείς (ανθρώπινες ικανότητες, γνώση, εφευρετικότητα[4]) και αναπτυξιακούς πόρους (μηχανήματα). Αυτός ο νόμος του ‘συνεχούς κεφαλαίου’ (constant capital) το οποίο μετασχηματίζεται ανάλογα με τις ανθρώπινες ανάγκες από φυσικό (natural capital) σε ανθρωπογενές κεφάλαιο (human and man-made capital) αποτελεί συστατικό στοιχείο αυτού που ονομάζεται Αειφόρος Οικονομική Ανάπτυξη’ (Sustainable Economic Development) και αντιστοιχεί στην ‘ήπια ή ασθενης αειφορία’.

 

Ένα παράδειγμα της παραπάνω ιδεολογίας αποτελεί το γεγονός πως παρότι η τεχνολογία των κελιών καυσίμου στα αυτοκίνητα είναι ώριμη και οικονομικά επικερδής, η ελάχιστη έρευνα που έχει επενδυθεί από τις αυτοκινητοβιομηχανίες θα επιτρέψει μόλις το 2010 την εμπορική κυκλοφορία του πρώτου ηλεκτρικού αυτοκινήτου που θα κινείται με καύσιμο το υδρογόνο και θα έχει μηδενικούς ρύπους (από την εξάτμιση θα βγαίνει καθαρό νερό). Το λόμπι της παραγωγής πετρελαίου και κατασκευής αυτοκινήτων επιθυμεί την χρησιμοποίηση των ήδη υπαρχόντων αποθεμάτων πετρελαίου πριν επενδύσει σε άλλες ενεργειακές τεχνολογίες με περισσότερα πλεονεκτήματα για τον καταναλωτή και το περιβάλλον.

 

Ένα άλλο παράδειγμα της τεχνολογικής σχολής είναι αυτό της βιοτεχνολογίας, οι υποστηριχτές της οποίας ευαγγελίζονται την επίλυση των προβλημάτων πείνας του 3ου κόσμου (ότι δηλαδή δεν κατάφερε η εκτεταμένη χρήση των φυτοφαρμάκων των προηγούμενων δεκαετιών), καθώς και των περιβαλλοντικών προβλημάτων αφού θα χρειαστεί λιγότερη γη για την καλλιέργεια των τροφών που θα καταναλώνει ο άνθρωπος. Το παραπάνω ιδεολογικό σχήμα παρόλα αυτά δεν λαμβάνει υπ’ όψιν τις πιθανές μακροχρόνιες μη-αντιστρεπτές αρνητικές επιπτώσεις στον άνθρωπο και τα οικοσυστήματα.

 

Από την άλλη πλευρά, η ‘ισχυρή αειφορία’ αντιπροσωπεύεται από την οίκο-κεντρική άποψη που υποστηρίζει την ιδέα της ‘βαθιάς πράσινης οικονομίας’ (deep green economy). Οι υποστηριχτές της υιοθετούν την άποψη πως τα τρέχοντα επίπεδα ανάπτυξης δεν θα πρέπει ούτε να αυξηθούν ούτε να μειωθούν. Η νοοτροπία των ορίων στην ανάπτυξη υπερισχύει και επιτάσσει μηδενική οικονομική ανάπτυξη (zero economic development) και μηδενική αύξηση πληθυσμού (zero population growth) με απώτερο σκοπό την εγκαθίδρυση μιας ‘σταθερής κατάστασης στην οικονομία’ (steady state economy, Daly, 1977).

 

Τέλος φθάνουμε στο άλλο άκρο της έννοιας της ΒΑ με την εξέταση της ιδεολογίας για την ‘βαθιά οικολογία’ (deep ecology) που αντιστοιχεί στην ‘πολυ ισχυρή αειφορία’. Σε αυτήν την τάξη πραγμάτων, ο στόχος είναι η ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον στην πηγή αλλά και στους αποδέκτες (minimum resource-take systems). Αυτό θα επιτευχθεί με την μείωση της οικονομικής δραστηριότητας, μείωση κατά κεφαλή ΑΕΠ και πληθυσμιακή μείωση. Αυτή η ιδεολογία συνοδεύεται επίσης από την υιοθέτηση ‘ηθικών κανόνων’ η γνωστή ως ‘βιοηθική’. Οι κανόνες βιοηθικής σχετίζονται με τις έννοιες τις κοινωνικής δικαιοσύνης για ισότητα ευκαιριών όσον αφορά την ανάπτυξη σε σημερινές γενιές (όπως μεταξύ τρίτων χωρών και ανεπτυγμένων χωρών η ανάμεσα σε ασθενέστερους και δυνατότερους οικονομικά πολίτες μιας χώρας) και μελλοντικές γενιές (ισότητα ευκαιριών ανάπτυξης ανάμεσα σε τωρινές και μελλοντικές γενιές). Στην ουσία πρόκειται για μια ηθική δέσμευση γιατί αναγνωρίζει την ‘λειτουργική αξία’ (instrumental value) των φυσικών πόρων και την χρήση τους για την κάλυψη των αναγκών άλλων ανθρώπων. Με άλλα λόγια αυτή η θεώρηση της δυνατής Αειφορίας μας προτρέπει να λειτουργούμε λιγότερο ως ‘τυπικοί καταναλωτές’ και περισσότερο ως κοινωνικά υπεύθυνοι πολίτες.

 

Οι υποστηριχτές της πολυ ισχυρής αειφορίας προχωρούν ένα βήμα παρακάτω και αναγνωρίζουν τα δικαιώματα των μη ανθρώπινων πόρων θεωρώντας πως η υπόλοιπη ζωή στον πλανήτη έχει ‘εσωτερική αξία’ (intrinsic value). Έτσι έχουμε την ιδέα των δικαιωμάτων των ζώων, της διατήρησης των οικοσυστημάτων και - τελικά με την ‘θεωρία της Γαίας’ (Gaian theory) - ολόκληρου του πλανήτη Γη (Boulding, 1966, Lovelock, 1988, Watson, 1991, Wallace and Norton, 1992). Η θεωρία της Γαίας έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί δείχνει την συσχέτιση της συστημικής θεώρησης της Οικολογίας με την έννοια της ΒΑ. Οι υποστηριχτές αυτής της θέσης οι οποίοι μπορούν να ταξινομηθούν στην κατηγορία των οπαδών της πολυ ισχυρής αειφορίας ή ‘βαθιάς Οικολογίας’ θεωρούν την επιβίωση κάθε ζωής στον πλανήτη και το παγκόσμιο περιβάλλον ως δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Η Γη, υποστηρίζουν μπορεί να ειδωθεί ως ένα σύστημα με ένα δίκτυο λειτουργιών (ένα Οικοσύστημα) το οποίο έχει την δυνατότητα να ‘επιδιορθώνει’[5] τον εαυτό του και να αυτορυθμίζει την λειτουργία του. Το όλο σύστημα θα μπορούσε να παρουσιαστεί με ένα αυτορυθμιζόμενο κλιματιστικό μηχανισμό το οποίο το έχουμε ρυθμίσει σε μια μέση θερμοκρασία (π.χ. 210C). Εάν ανοίξουμε τα παράθυρα και είναι χειμώνας, το κλιματιστικό θα δώσει θερμότητα στο χώρο ενώ σε μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα με κλειστά τα παράθυρα το κλιματιστικό θα δροσίσει το χώρο μειώνοντας την θερμοκρασία. Το σύστημα Γη λοιπόν θα μπορούσε να βρεθεί εκτός ισορροπίας λόγω ανθρώπινης παρέμβασης και παρόλα αυτά να θεραπεύσει τον εαυτό της. Αυτή όμως η δυνατότητα αυτορύθμισης του παγκόσμιου περιβάλλοντος αφορά μόνο το σύστημα Γη και όχι την επιβίωση κάθε συγκεκριμένου  είδους, ούτε φυσικά του ανθρώπινου. Οι οπαδοί της βαθιάς Οικολογίας υποστηρίζουν πως κάθε απόφασή μας η οποία ενδέχεται αν έχει επιπτώσεις στο περιβάλλον, θα πρέπει να διέπεται από μια συστημική/συνολική/ολοκληρωμένη ματιά των πραγμάτων αφού από τις πολύ μικρές και καθημερινές ενέργειες όλων μας δημιουργείται μια κατάσταση Γήινης ανισορροπίας από την οποία  το ανθρώπινο είδος μπορεί να βγει χαμένο.

 

Στην πραγματικότητα τα ιδεολογικά στρατόπεδα της Βιώσιμης Ανάπτυξης που περιγράφηκαν παραπάνω αλληλεπικαλύπτονται καθώς διάφορες αποχρώσεις της ενυπάρχουν σε κάθε άνθρωπο ανάλογα με την κατάσταση που εξετάζεται κάθε φορά.

 

Θα σταματήσω εδώ την αναφορά μου στην ιδεολογία της ΒΑ η οποία προσέφερε ελπίζω μια γεύση των διαφορετικών απόψεων σχετικά με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι αυτόν τον τόσο ασαφή όρο.

 

Θα ήταν πιστεύω ενδιαφέρον να ρίχναμε μια σύντομη ματιά στο πως να βαδίσουμε προς την Αειφορία χρησιμοποιώντας όρους οικονομικούς (Opschoor and Turner, 1993; OECD, 1991b). Ας πούμε δυο λόγια λοιπόν για τα οικονομικά εργαλεία τα οποία τα δανειστήκαμε από τον επιστημονικό κλάδο των Οικονομικών του Περιβάλλοντος και έχουν άμεση σχέση με την εφαρμογή της έννοιας στην χάραξή πολιτικής (διεθνών και εθνικών οργανισμών όπως ΕΕ, Συνθήκη Κιότο, εθνικές περιβαλλοντικές πολιτικές όπως δακτύλιος, φορολογία αυτοκινήτων πολλών ίππων), την σύνταξη σχεδίων και επιχειρησιακών προγραμμάτων, καθώς και τις φάσεις προγραμματισμού και οργάνωσης μεμονωμένων επιχειρήσεων και οργανισμών (EMAS, Tradable Permits-Εμπορεύσιμες Άδειες Εκπομπών, Hahn and Hester, 1989; Stavins, 1988). 

 

5.    Οικονομικές έννοιες της Βιώσιμης ανάπτυξης (εστίαση σε ρύπανση, ενέργεια)

Ένα ζήτημα που σχετίζεται άμεσα με την ενσωμάτωση του περιβάλλοντος στην διαδικασία λήψης αποφάσεων, είναι το ‘εξωτερικό κόστος’ (external costs) της ρύπανσης ή το ‘κοινωνικό κόστος’ (social cost) της οικονομικής δραστηριότητας (Coase, 1960).

 

Η Οικονομία είναι ένα ανοικτό σύστημα του οποίου οι κύριες δραστηριότητες περιλαμβάνουν την εξόρυξη φυσικών πόρων, την επεξεργασία τους και την παραγωγή προϊόντων/υπηρεσιών, καθώς και την ενσωμάτωση της παραγωγής απόβλήτων όλων αυτών των διαδικασιών τα οποία με τους διάφορους φυσικούς κύκλους βρίσκουν το δρόμο της επιστροφής τους πίσω στην φύση. Η υπερβολική διάθεση αποβλήτων όμως δημιουργεί μόλυνση (βιολογικές και άλλες αλλαγές στο περιβάλλον) και ρύπανση (αρνητικές επιπτώσεις στον ανθρώπινο οργανισμό, στην χλωρίδα και πανίδα). Αυτός είναι ο Οικολογικός ορισμός της ρύπανσης. Στην γλώσσα των Οικονομολόγων, ή ρύπανση είναι ένας συνδυασμός των φυσικών επιπτώσεων της ρύπανσης και των ανθρώπινων αντιδράσεων/πεποιθήσεων για αυτές τις επιπτώσεις. Ήταν πρώτος ο Pigou (1920) που μίλησε για το εξωτερικό κόστος των εκπομπών ρύπων είτε αυτοί διοχετεύονται στον ατμοσφαιρικό αέρα, το νερό ή το έδαφος. Ήταν αυτός που διαχώρισε το προσωπικό κόστος της παραγωγής (δηλαδή το κόστος για τις πρώτες ύλες και τα εργατικά/ανθρώπινο δυναμικό μιας επιχείρησης) και κατανάλωσης, από το κοινωνικό κόστος της παραγωγής και κατανάλωσης το οποίο το επωμίζεται η κοινωνία ως σύνολο. Υποστήριξε πως στην τιμή ενός προϊόντος για παράδειγμα, δεν συμπεριλαμβάνεται το οικονομικό κόστος από την ρύπανση το οποίο δεν το επωμίζεται αυτός που ρυπαίνει για να κατασκευάσει το συγκεκριμένο αγαθό, αλλά η κοινωνία ως σύνολο μέσα από τα έξοδα νοσηλείας για παράδειγμα λόγω αυξημένης συγκέντρωσης ατμοσφαιρικών ρύπων και το συνεπακόλουθο χάσιμο εργατοωρών από την μείωση του παραγωγικού έργου των εργαζομένων, τα έξοδα καθαρισμού δημόσιων κτιρίων και αγαλμάτων λόγω της όξινης εναπόθεσης (όξινη βροχή), τους θανάτους και καρκίνους του δέρματος από την μείωση της τρύπας του στρατοσφαιρικού όζοντος, την μείωση της παραγωγικής ικανότητας της γης λόγω της αλόγιστης χρήσης φυτοφαρμάκων, το χάσιμο της οικονομικής αξίας μιας όμορφης αισθητικά φυσικής περιοχής λόγω κατασκευής υποδομών κ.α.

 

Ο Pigou λοιπόν υποστήριξε πως οι παραπάνω δραστηριότητες πρέπει να αξιολογούνται με όρους οικονομικούς και να ενσωματώνονται στην οικονομία τις αγοράς. Αυτήν την ιδέα έχουν ενστερνιστεί  η Agenda 2000 και το 5ο Πρόγραμμα Δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (CEC, 1992) όταν αναφέρονται στην ενσωμάτωση του περιβάλλοντος στην διαδικασία λήψης αποφάσεων των κρατών μελών εφαρμόζοντας την αρχή ‘ο Ρυπαίνων Πληρώνει’. Αυτή η αρχή μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε επιστημονικό πεδίο αλλά σε καθαρά οικονομικούς όρους σημαίνει πως το κοινωνικό κόστος της παραγωγής ή κατανάλωσης αποτελείται από το προσωπικό κόστος (κόστος παραγωγής) συν το εξωτερικό κόστος από τις κοινωνικές επιπτώσεις της χρήσης περιβαλλοντικών πόρων (που το πληρώνει ο ρυπαίνων και ο καταναλωτής όπως θα δούμε στο ενδεικτικό παράδειγμα παρακάτω – κοίτα ενότητα 7). Το πρόβλημα στην πραγματική ζωή, είναι πως η θεσμοθέτηση πολιτικών που θα στοχεύουν στην μηδενική μόλυνση είναι αυτή την στιγμή αδύνατη στην πράξη για τους εξής λόγους (Pezzey, 1988):

  • Πρώτον, η ίδια η φύση έχει την δυνατότητα να απορροφά κάποια απόβλητα,
  • Δεύτερον, επειδή το κόστος του ελέγχου της ρύπανσης τέτοιος κλίμακας είναι υπέρογκο, και
  • Τρίτον επειδή η υπάρχουσα έρευνα και πληροφορία που θα κληθεί να στηρίξει μια τέτοια πολιτική είναι τις περισσότερες φορές μη ικανοποιητικής αξιοπιστίας. Αυτό οφείλεται τόσο στην φύση των επιπτώσεων (για παράδειγμα μακροχρόνιες  εκθέσεις σε πολύ μικρές δόσεις είναι δύσκολο να ανιχνευθούν αλλά και συνεργιστικές επιδράσεις πολλών αερίων που από μόνες τους έχουν διαφορετικές επιπτώσεις), όσο και σε πολιτικούς λόγους (π.χ. απροθυμία αυτοκινητοβιομηχανίας να επενδύσει σε έρευνα για την τεχνολογία Υδρογόνου). 

 

Ένα άλλο ζήτημα που σχετίζεται άμεσα με την οικονομική της Βιώσιμης Ανάπτυξης είναι η χρήση των ανανεώσιμων και μη πηγών ενέργειας. Οι μη ανανεώσιμοι φυσικοί πόροι περιλαμβάνουν τα ορυκτά καύσιμα, τους τόπους αλιείας, τα δάση, την γεωργική γη και το έδαφος γενικότερα. Ο όρος μή ανανεώσιμοι, δηλώνει ότι αυτοί οι πόροι είναι ποσοτικά περιορισμένοι και πως η χρήση τους τώρα, τους καθιστά μή χρησιμοποιήσιμους στο μέλλον (π.χ. από μελλοντικές γενιές, έτσι σύμφωνα με τον ορισμό της ΒΑ η μέχρι εξάντλησης χρήση τους είναι μή αειφορική). Η εξόρυξη και εκμετάλλευση των μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων εξαρτάται από παράγοντες όπως:

  • Η ύπαρξη υποκατάστατων φυσικών πόρων όπως η χρήση φυσικού αέριου έναντι του πετρελαίου. Η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τις κρίσεις πετρελαίου οδήγησαν πολλές ευρωπαϊκές χώρες (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας) στην όλο και αυξανόμενη χρήση φυσικού αερίου αντικαθιστώντας μερικώς το πετρέλαιο. Ας σημειωθεί πως το 60% των ενεργειακών αναγκών της Ελλάδας καλύπτεται σήμερα από την χρήση πετρελαίου. Η εισαγωγή 4 δις. m3/έτος φυσικού αερίου από την Ρωσία και την Αλγερία, το μεγαλύτερου μεταπολεμικά ενεργειακού έργο στην Ελλάδα, θα αλλάξει αυτήν την κατάσταση και αναμένεται να οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε μεγάλα οφέλη πολλούς τομείς της Εθνικής Οικονομίας (Γεντεκάκης, 1999). Τα πλεονεκτήμάτα του φυσικού αερίου έναντι του πετρελαίου είναι τα εξής:
    • Είναι φθηνότερο γιατί υπάρχει σε μεγαλύτερα αποθέματα[6],
    • Είναι πιο αποδοτικό από το πετρέλαιο,
    • η καύση του εκπέμπει λιγότερους ρύπους,
    • μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην παραγωγή Υδρογόνου και την συνεπακόλουθη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μέσω των κελιών καυσίμου (χρήση στα αυτοκίνητα και βιομηχανία),
    • είναι τεχνολογικά ώριμο δηλαδή υπάρχουν συστήματα τροφοδότησης πόλεων και αυτοκίνητα που κινούνται με φυσικό αέριο  (όπως τα λεωφορεία του Ολυμπιακού Χωριού και τα αστικά λεωφορεία της ΕΘΕΛ)
  • τα επιτόκια που επικρατούν στην αγορά (αύξησή τους ισοδυναμεί με αύξηση των ρυθμών άντλησης αποθεμάτων). Έτσι ένας ιδιοκτήτης κοιτασμάτων θα αποφασίσει να αυξήσει τον ρυθμό άντλησης εάν τα επιτόκια των χρηματιστηριακών επενδύσεων είναι υψηλά, να επενδύσει τα οφέλη από την εξόρυξη και να αποκομίσει μεγαλύτερο κέρδος.  
  • τις καινούργιες τεχνολογίες εξόρυξης που θα επιτρέψουν φθηνότερους οικονομικά τρόπους εξόρυξης,
  • την επάρκεια των αποθεμάτων (40 χρόνια για το πετρέλαιο και 70 χρόνια για το φυσικό αέριο). Η σχολή της (νέο)κλασσικής οικονομίας υποστηρίζει πως οι δυνάμεις της αγοράς είναι ικανές να επιτρέψουν την εκταμίευση όλων των πόρων πετρελαίου για παράδειγμα καθώς οι τιμές θα ανεβαίνουν ενώ οι ποσότητες στα γνωστά και οικονομικώς εμπορεύσιμα αποθέματα θα μειώνονται. Η ζήτηση για πετρέλαιο είναι ως γνωστόν ανελαστική[7] δηλαδή υπάρχουν μεγάλες αυξομειώσεις στην τιμή αγοράς σε σχέση με την αυξομείωση της προσφοράς (κοίτα Σχήμα 1). Έτσι οι συνεχής αύξηση των τιμών θα τις κάνει απαγορευτικές πριν αυτές εξαντληθούν και θα στρέψει την τεχνολογία σε άλλες μορφές (Αυτό τουλάχιστον θα υποστήριζε η σχολή που επικεντρώνει στην τεχνολογία  (τεχνολογία ως κουτί της Πανδώρας που θα σώσει την ανθρωπότητα από όλα τα προβλήματα που η ίδια δημιούργησε[8]).

 


 

 

 

 

Τιμή Πετρελαίου

                                      

                                                         Π1                           Πο

            Αύξηση τιμής

           Πώλησης                                                   

                                                                  

                        Ζο       

 

 


                                                              Τ1 Το                                     Ποσότητα πετρελαίου

                                                                         Μείωση αποθεμάτων

 

Σχήμα 1: Ανελαστική ζήτηση για πετρέλαιο

 

·        Επίσης ο ρυθμός εξόρυξης εξαρτάται από την χρήση τους και την ενσωμάτωση στην τιμή  αγοράς/χρήσης/διαθεσης ενός μη ανανεώσιμου φυσικού πόρου, του ‘κόστους χρήστη’ το οποίο εισήγαγε ο Gray το 1914 και πρόκειται για την άποψη πως η πιθανή μελλοντική χρήση των μη-ανανεώσιμων φυσικών πόρων θα θυσιαστεί /χαραμιστεί εάν μονάδες των αποθεμάτων των πόρων εκμεταλλευθούν και χρησιμοποιηθούν σήμερα. Έτσι με καθαρά οικονομικούς όρους μπορούμε να πούμε πως το κόστος από την χρήση μη-ανανεώσιμων φυσικών πόρων όπως κωκ, αέριο, πετρέλαιο και άλλα ορυκτά καύσιμα αποτελείται από το άθροισμα του κόστους εξόρυξης (π.χ. κόστη τοποθέτησης εκρηκτικών, έξοδα εκσκαφών) και του κόστους χρήστη (user cost) [υπό την μορφή για παράδειγμα περιβαλλοντικού φόρου ή ποινής για παραβίαση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, ή ενσωματωμένο στο οικονομικό μάνατζμεντ της επιχείρησης, με το κόστος τοποθέτησης αντιρρυπαντικών φίλτρων σε καμινάδα εργοστασίου]. Ο όρος του ‘κόστους χρήστη’ είναι σημαντικός για την ΒΑ επειδή λαμβάνει υπόψιν τις μελλοντικές ανάγκες της ανθρωπότητας και επιβάλλει τον συνυπολογισμό του κόστους πιθανής μελλοντικής χρήσης των αποθεμάτων από τις μελλοντικές γενεές, στις οικονομικές αποφάσεις της τωρινής γενιάς. Φυσικά αυτό προϋποθέτει τόσο την υιοθέτηση από τους πολιτικούς υπεύθυνους για την άσκηση της περιβαλλοντικής και οικονομικής ζωής ορισμένων κανόνων βιοηθικής που αναφέραμε προηγουμένως, όσο και την ακριβή γνώση αυτού του κόστους, πληροφορίες που σπάνια γίνονται γνωστές με ακρίβεια λόγω ατελούς γνώσης τόσο της αγοράς όσο και των περιβαλλοντικών φαινομένων.

·        Ο ρυθμός εξόρυξης των μη-ανανεώσιμων πόρων εξαρτάται από την κάθε φορά τιμή της ‘απώλειας αξίας’[9] (discounting) μια θεμελιώδης έννοια για τα οικονομικά της ΒΑ που εφαρμόζεται από τους οικονομολόγους στην οικονομική ανάλυση (Pearce et al, 1989). Η περιγραφή της και η χρήση της στις τεχνικές οικονομικής αξιολόγησης είναι πολύπλοκη και έτσι γίνεται κατανοητή από πρακτικά παραδείγματα Ανάλυσης Ζημίας-Οφέλους (Cost Benefit Analysis). Η έννοια αυτή χρησιμοποιείται ευρέως από τους οικονομολόγους και μηχανικούς στην κατασκευή μεγάλων έργων όπως τα Ολυμπιακά. Σε αυτήν την εισαγωγική διάλεξη είναι αρκετό να αναφερθεί πως με την χρήση της ‘απώλειας αξίας’ στην οικονομική ανάλυση, δεχόμαστε πως τα μελλοντικά οφέλη (και οι ζημίες)  (από την χρήση των μη-ανανεώσιμων πόρων) είναι λιγότερο σημαντικά σε σχέση με τα τωρινά οφέλη και ζημίες. Αυτό εκ πρώτης όψεως φαίνεται να αντιβαίνει τις αρχές της ΒΑ και τις περισσότερες φορές αυτό ισχύει. Υπάρχουν όμως επιχειρήματα υπέρ και κατά αυτής της άποψης. Με την υιοθέτηση για παράδειγμα ενός μεγάλου ποσοστού ‘απώλειας αξίας’ θα γίνουν λίγες επενδύσεις σε έργα/προγράμματα/πολιτικές, ειδικά σε αυτά με μεγάλα αρχικά κόστη και μεγάλο χρονικό ορίζοντα απόσβεσης της επένδυσης (π.χ. διαχείριση υδροφορέων, υδροηλεκτρικά έργα). Έτσι η διατήρηση φυσικών οικοσυστημάτων είναι πιθανότερη με αυξημένο ποσοστό ‘απώλειας αξίας’ (συνήθως είναι 10%). Από την άλλη πλευρά, υψηλά ποσοστά ‘απώλειας αξίας’ (discount rates) οδηγούν σε αύξηση της τωρινής αξίας των πόρων (σε σχέση με το μέλλον) και έτσι αύξηση των ρυθμών εξόρυξης.

·        Τέλος, ο ρυθμός εξόρυξης των μη-ανανεώσιμων πόρων εξαρτάται από τα δικαιώματα πρόσβασης και τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα (property rights) (δικαιώματα χρήσης) που κάθε φορά ισχύουν ή δεν ισχύουν ή (συνηθέστερα) η τήρηση τους είναι ελαστική. Το τελευταίο έχει περισσότερη εφαρμογή στην περίπτωση των μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων (δάση, ψαρότοποι, τόποι αλιείας). Η δουλεία του Hoteling (1931) και του Gordon (1954) έδειξαν πως ο ρυθμός εξόρυξης είναι μεγαλύτερος στην περίπτωση όπου η πρόσβαση είναι εύκολη ή ελεύθερη. Η ελεύθερη πρόσβαση (free access) είναι πιθανή είτε λόγω της απουσίας ‘ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων’, είτε επειδή αυτά είναι ελαστικά στην εφαρμογή τους. Η ελεύθερη πρόσβαση είναι εννοιολογικά συγγενής με το ‘πρόβλημα της κοινής ιδιοκτησίας’ (common property problem) και την ‘τραγωδία της κοινής ιδιοκτησίας’ (tragedy of the commons, Tomas Hardy).   

 

 

5.    Μέθοδοι νομισματικής αποτίμησης

Πριν προχωρήσω στα πρακτικά παραδείγματα περιπτώσεων όπου η ελεύθερη αγορά και το κράτος αποτυγχάνουν στην εσωτερίκευση του κοινωνικού κόστους της περιβαλλοντικής καταστροφής, θα αναφερθώ πολύ σύντομα στους λόγους της αποτυχίας και τα οικονομικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται για να αμβλύνουν τα αποτελέσματα αυτών των ‘αποτυχιών’.

 

Άνοιξα την διάλεξή μου με την αναφορά στο μοντέλο της ‘ισορροπίας των υλικών’ (material balance model) σύμφωνα με το οποίο το περιβάλλον είναι στενά συνδεδεμένο με την οικονομία προσφέροντας σε αυτήν 3 βασικές λειτουργίες: προσφέρει ενέργεια και πόρους (ανανεώσιμους και μή), αφομοιώνει τα απόβλητα, και προσφέρει στους ανθρώπους προϊόντα, αγαθά και φυσικές υπηρεσίες όπως αισθητική αναψυχή, διασκέδαση και σε κάποιους πνευματική ολοκλήρωση[10]. Η επιστήμη των οικονομιών του περιβάλλοντος υποστηρίζει πως όλες αυτές οι περιβαλλοντικές λειτουργίες είναι επίσης και οικονομικές λειτουργίες και έτσι η ‘αξία’ τους έχει  (ή θα έπρεπε να έχει) θετική τιμή. Η αποτυχία της ελεύθερης αγοράς (market failure) αναδύεται από το γεγονός πως δεν αναγνωρίζουμε ως κοινωνία τις θετικές τιμές αγοράς αυτών των λειτουργιών επειδή δεν υπάρχει τέτοιου είδους αγορά και συνεπώς δεν υπάρχουν τιμές αγοράς για αρκετά από τα περιβαλλοντικά αγαθά και υπηρεσίες. Μας λείπει δηλαδή η απαραίτητη πληροφορία και ανάλυση που θα μας έδειχνε με αξιοπιστία πότε και με ποιόν τρόπο μια συγκεκριμένη οικονομία είναι συνεπής με τους φυσικούς πόρους και υπηρεσίες οι οποίες προσφέρονται από το περιβάλλον και είναι αλληλένδετα συνδεδεμένοι με αυτήν την οικονομία. Το αποτέλεσμα είναι να συμπεριφερόμαστε σε αυτά τα αγαθά σαν να είναι ελεύθερα και χωρίς αξία. Το γεγονός όμως ότι δεν έχει τεθεί τιμή σε αυτά δεν σημαίνει πως δεν έχουν αξία για τους ανθρώπους. Η εκτίμηση (αποτίμηση, valuation) της οικονομικής αξίας αυτών των περιβαλλοντικών λειτουργιών στα οποία δεν έχει τεθεί τιμή, παίζει ακριβώς αυτόν τον ρόλο, να ‘διορθώσει’ δηλαδή τις οικονομικές αποφάσεις οι οποίες θεωρούν τα περιβαλλοντικά αγαθά και τις υπηρεσίες ως ελεύθερης χρήσης (δηλαδή δωρεάν) με συνέπεια την υπερβολική τους κατανάλωση και χρήση. Έχουν προταθεί (αλλά ελάχιστα χρησιμοποιηθεί στην πράξη) αρκετές τεχνικές και μέθοδοι καταγραφής της νομισματικής αξίας (monetary value) των περιβαλλοντικών αγαθών (Turner and Bateman, 1990; Winpenny, 1991; Turner et al, 1992).

 

Μπορούμε να τις κατατάξουμε σε δύο βασικές κατηγορίες (κοίτα Πίνακα 3). Στις τεχνικές που κάνουν χρήση της καμπύλης-ζήτησης και σε αυτές που δεν κάνουν χρήση της καμπύλης ζήτησης και έτσι δεν μπορούν να κάνουν αληθινή αποτίμηση είναι όμως χρήσιμες κατά την χρήση τους στις τεχνικές Ανάλυσης Κόστους Οφέλους (Cost Benefit Analysis) τόσο για αναπτυξιακά έργα όσο και για την χάραξη πολιτικής. Στην πρώτη κατηγορία έχουμε μεθόδους ‘εκφρασμένής προτίμησης’ (expressed preference methods) και μεθόδους ‘συναγόμενης προτίμησης’ (revealed preference methods) κατά τις οποίες συνάγεται ή καλύτερα αποκαλύπτεται η νομισματική αξία των περιβαλλοντικών αγαθών όχι από τους ίδιους τους τωρινούς ή πιθανούς χρήστες αλλά έμμεσα.

 


 

 

Πίνακας 3: Μέθοδοι νομισματικής αποτίμησης των αγαθών και υπηρεσιών του περιβάλλοντος

 

 

 

 

 


Χρήση καμπύλης ζήτησης                                                                                                           Μή χρήση καμπύλης ζήτησης

 

 

 

 


Μέθοδοι                                              Μέθοδοι                          Μέθοδοι                                                                       Μέθοδοι                                                  Μέθοδοι

Εκφρασμένης                                      Συναγόμενης                 Αντίδρασης                                                                   Κόστους                                            συμπεριφοράς

Προτίμησης                                         Προτίμησης                    στη δόση                                                                       Αντικατάστασης                                 μείωσης των

                                                                                                                                                                                                                                                 επιπτώσεων

 

 

 

 


Μέθοδος                                 Μέθοδοι           Μέθοδοι        

Εξαρτημένης                          Κόστους           Εκτίμησης της

Εκτίμησης                               Ταξιδιού          μη γνωστής

                                                                           αξίας

 

 

 


Πολιτικές                                  Πλεόνασμα / Υπερκέρδη /Κέρδος                                                    Ασαφή μέτρα κοινωνικής πρόνοιας αλλά προσφορά

Κοινωνικής                                         Καταναλωτή                                                                                         χρήσιμων πληροφοριών για

Πρόνοιας                                                                                                                                                         πολιτικούς/decision makers

 


 

 

Στην κατηγορία των μεθόδων που δεν κάνουν χρήση της καμπύλης ζήτησης βρίσκονται οι παρακάτω:

  • Η μέθοδος της ‘αντίδρασης στην δόση’ (dose response method) η οποία απαιτεί την ύπαρξη δεδομένων τα οποία θα συνδέουν την ‘αντίδραση’ των ανθρώπων, χλωρίδας και πανίδας, στην ρύπανση του περιβάλλοντος. Στην περίπτωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης για παράδειγμα το ζητούμενο θα ήταν η εύρεση της αξίας της αύξησης των θανάτων και νοσοκομειακής περίθαλψης ασθενών που οφείλονται σε ατμοσφαιρική ρύπανση σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας - WHO - έχει εκδώσει αρκετές τέτοιες εκθέσεις.
  • Η μέθοδος του ‘κόστους αντικατάστασης’ (replacement cost method). Εδώ το κόστος αντικατάστασης ή επαναφοράς στην αρχική του κατάσταση ενός περιβαλλοντικού αγαθού που έχει υποστεί βλάβη, χρησιμοποιείται ως μέτρο για να δείξει το όφελος αυτής της αντικατάστασης. Η πρόσφατη επαναδημιουργία της λίμνης Κάρλας χρόνια μετά την αποξήρανσή της για γεωργική χρήση η οποία συνοδεύτηκε από άπειρα περιβαλλοντικά προβλήματα χρησιμεύει σαν υποθετικό παράδειγμα. Στην περίπτωση αυτή η αποτίμηση της βλάβης που υπέστη το οικοσύστημα κατά την χρήση του για αγροτικές ανάγκες είναι μεγαλύτερο ή ίσο από μια τιμή κατώφλι που δεν είναι άλλη από το κόστος αποκατάστασης της λίμνης. Η περίπτωση της ‘δημιουργίας της Λίμνης Κάρλας’ μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέτρο σύγκρισης σε άλλες περιπτώσεις (shadow projects) όπου υδροβιότοποι βρίσκονται υπό απειλή και έτσι να δώσει μια ιδέα του περιβαλλοντικού κόστους καταστροφής ενός υδροβιότοπου, σε νομισματική όμως μορφή.
  • Μέθοδος ‘συμπεριφοράς μείωσης των επιπτώσεων’ (mitigation behavior method). Τυπικά παραδείγματα χρήσης αυτής της μεθόδου αφορούν τα έξοδα για αγορά παράθυρων ηχομόνωσης και χρήσης κλιματιστικών στα σπίτια για την μείωση των επιπτώσεων του θορύβου και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

 

Στην κατηγορία των μεθόδων που κάνουν χρήση της καμπύλης-ζήτησης, οι μέθοδοι ‘συναγόμενης προτίμησης’ (revealed preference methods) περιλαμβάνουν την μέθοδο του ‘κόστους μετακίνησης’ (travel cost method) η οποία χρησιμοποιείται για να καταγραφούν καμπύλες ζήτησης για περιοχές αναψυχής και έτσι να υπολογιστούν οι αξίες τους. H μέθοδος αυτή δέχεται πως τα έξοδα για την επίσκεψη σε μια τέτοια περιοχή αντικατοπτρίζουν ως ένα βαθμό την αξία του. Με την χρήση ερωτηματολογίων σε επισκέπτες τέτοιων περιοχών υπολογίζουμε τις αποστάσεις που έχουν διανυθεί για την επίσκεψη και από αυτό τα έξοδα για την κάθε επίσκεψη. Εάν τα έξοδα συσχετισθούν με την συχνότητα επισκέψεων (αριθμός επισκέψεων σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα) έχουμε μια καμπύλη ζήτησης. Μια τυπική μορφή μιας τέτοιας καμπύλης δείχνει ότι όσο αυξάνονται οι αποστάσεις μειώνεται η συχνότητα των επισκέψεων αλλά ανεβαίνει και η αξία που θέτουν οι χρήστες. 

 

Μια άλλη μέθοδος ‘συναγόμενης προτίμησης’ είναι  η μέθοδος ‘εκτίμησης της μη γνωστής αξίας’ (hedonic pricing). Η πιο γνωστή εφαρμογή της είναι στην περίπτωση της αγοράς ακινήτων. Κατά την τεχνική αυτή συγκρίνονται οι τιμές των σπιτιών τα οποία παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά. Λαμβάνεται μέριμνα ώστε να ληφθούν υπόψιν όλοι οι γνωστοί παράγοντες που επηρεάζουν την αξία ενός σπιτιού όπως ο αριθμός δωματίων, μέγεθος κήπου κτλ. Η διαφορά στην τιμή τους αποδίδεται στην ύπαρξη περιβαλλοντικών συνθηκών π.χ. μείωση της αξίας ενός σπιτιού λόγω της γειτονίας του με ένα αεροδρόμιο ή αύξηση της τιμής του λόγω της ύπαρξης ενός καταρράκτη.

 

Τέλος, στην κατηγορία των μεθόδων που κάνουν χρήση της καμπύλης-ζήτησης, μια εκπρόσωπος των μεθόδων ‘εκφρασμένής προτίμησης’ (expressed preference methods) είναι η μέθοδος της ‘εξαρτημένης νομισματικής εκτίμησης’ (contingent valuation method) η οποία επιτρέπει σε μεμονωμένα άτομα να θέσουν απευθείας τιμές στα περιβαλλοντικά αγαθά και υπηρεσίες. Περιλαμβάνει την διεξαγωγή έρευνας με ερωτηματολόγια[11] σε νοικοκυριά, είτε στον τόπο κατοικίας είτε στην γειτονία του εκάστοτε περιβαλλοντικού αγαθού. Οι ερωτήσεις αφορούν την ‘προθυμία τους να πληρώσουν’ (willingness to pay)  για την διατήρηση ενός περιβαλλοντικού αγαθού. Κατόπιν υπολογίζεται ο μέσος όρος της τιμής που έχουν δηλώσει οι ερωτώμενοι και πολλαπλασιάζεται με τον συνολικό αριθμό των ανθρώπων που απολαμβάνουν αυτό το αγαθό ώστε να έχουμε μια εκτίμηση της τιμής της συνολικής αξίας που θέτουν οι άνθρωποι για το αγαθό αυτό. Εφαρμογές αυτής της μεθόδου αφορούν για παράδειγμα τον υπολογισμό της αξίας μιας περιοχής λόγω της βελτίωσης της ποιότητας πόσιμου νερού.

 

Πριν κλείσω την αναφορά μου στις τεχνικές και μεθόδους οικονομικής/νομισματικής αποτίμησης, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στην Ανάλυση Κόστους-Οφέλους (Cost Benefit Analysis). Σύμφωνα με αυτήν την τεχνική (Pearce, 1986), συγκρίνονται τα σχετικά οφέλη από την κατασκευή για παράδειγμα ενός αυτοκινητόδρομου με το κόστος κατασκευής του (συμπεριλαμβανομένων και του κόστους των περιβαλλοντικών επιπτώσεων). Το κόστος και τα οφέλη μετατρέπονται (στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό) σε νομισματικές μονάδες και υπολογίζεται η ‘απώλεια αξίας’ (discounting) τους σε ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα (στην περίπτωση των υδροηλεκτρικών έργων μπορεί να φθάσει τα 70 με 100 χρόνια). Η κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου είναι οικονομικά αποδεκτή μόνο εάν τα οφέλη είναι μεγαλύτερα από το κόστος. Η χρήση του εργαλείου αυτού για την ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων στην διαδικασία λήψης αποφάσεων για την κατασκευή αναπτυξιακών έργων έχει πέσει σε αδράνεια από την δεκαετία του ‘60-‘70 όπου την εμφάνισή του έκανε ένα άλλο εργαλείο: η Εκτίμηση των Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Environmental Impact Assessment) το οποίο κάλυψε την ανάγκη για την χρήση όχι μόνο ποσοτικής πληροφορίας αλλά και ποιοτικής και επέτρεψε μια περισσότερο συμμετοχική και διαφανής διαδικασία (Ζαγοριανάκος, 2000, 2001; Pearce, 1976). 

 

Όλα αυτά τα οικονομικά εργαλεία, παρότι έρχονται από διαφορετικές κατευθύνσεις έχουν ένα κοινό στόχο: να ενσωματώσουν τις (‘εξωτερικές’ για την παρούσα οικονομία) λειτουργίες του φυσικού περιβάλλοντος στην οικονομική πραγματικότητα με το να δώσουν τιμή στις αξίες τους. Δείχνουν επίσης την οικονομική βλάβη την οποία επωμίζονται οι εθνικές οικονομίες από την εξάλειψη των πόρων και την ρύπανση.

 

6.    Η αποτυχία της ελεύθερης αγοράς και της κρατικής παρέμβασης (market and government failure)

Δεν θα μπορούσε όμως η ελεύθερη αγορά με το ‘αόρατο χέρι της’ (για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Adam Smith) να επιτύχει αυτήν την ενσωμάτωση της αξίας των περιβαλλοντικών λειτουργιών; Η μήπως πιο κατάλληλο είναι το κράτος με τους εκτελεστικούς και ελεγκτικούς του μηχανισμούς να εγγυηθεί την ενσωμάτωση; 

 

Φυσικά αναφέρομαι στην διαμάχη για τα σχετικά πλεονεκτήματα της άποψης που υποστηρίζει την χρήση οικονομικών κινήτρων στο πλαίσιο της λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς, και του μοντέλου που στηρίζεται στην κρατική παρέμβαση (επιβολή φόρων, περιβαλλοντικών όρων και περιορισμών) για την αντιμετώπιση περιβαλλοντικών προβλημάτων.

 

Η χρήση οικονομικών κινήτρων αποσκοπεί στην ενθάρρυνση του ‘οικονομικά λογικού ρυπαίνοντα’, να ισορροπήσει ανάμεσα στο κόστος από την πληρωμή ενός φόρου για παράδειγμα και το κόστος που συνεπάγεται η μείωση των εκπομπών της επιχείρησης του με την τοποθέτηση ενός αντιρρυπαντικού φίλτρου. Ένα Ελληνικό παράδειγμα είναι η πρόσφατη (2002) απόφαση της κυβέρνησης για την παροχή κινήτρων φορολογικού χαρακτήρα στους ιδιοκτήτες ταξί ώστε να ενθαρρύνει την χρήση υγραερίου από αυτούς[12]. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η ιδέα των ‘εμπορεύσιμων αδειών’ (tradable permits) που προωθείται από τον Πρόγραμμα Περιβάλλοντος του ΟΗΕ.

 

Ένα παράδειγμα κρατικής παρέμβασης (ή γενικότερα προγραμματισμού και ελέγχου από μια κεντρική αρχή) αποτελεί και η εφαρμογή της διαδικασίας ‘Καλύτερος Πρακτικός Τρόπος’ (Best Available Means) και της διαδικασίας ‘Καλύτερη Διαθέσιμη Τεχνολογία που δεν προϋποθέτει Υπερβολικό κόστος’ (Best Available Technology not Entailing Excessive Cost) και στην Αμερική η εφαρμογή της διαδικασίας ‘Καλύτερη Διαθέσιμη Τεχνολογία Ελέγχου’ (Best Available Control Technology).

 

Στην πραγματική ζωή φυσικά, η περιβαλλοντική προστασία δεν εξαρτάται αποκλειστικά ούτε από την συμπεριφορά των παραγωγών (οι οποίοι αποφασίζουν για τα προϊόντα που θα παράγουν και θα διαθέσουν στους καταναλωτές) ούτε από την πολιτική της κεντρικής κυβέρνησης (η οποία στην ακραία της μορφή αποφασίζει ποιος θα παράγει τι και σε ποιες ποσότητες). Ένας συνδυασμός των παραπάνω είναι απαραίτητος για να επιτευχθεί το ζητούμενο. Πράγματι, η αδιατάρακτη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς είναι υπεύθυνη για την δημιουργία κοινωνικών ‘εξωτερικών’ επιπτώσεων (externalities) που προκαλούνται από την ρυπαίνουσα συμπεριφορά των παραγωγών. Με απλά λόγια, όταν μία επιχείρηση ρυπαίνει μια περιοχή, αυτό έχει αρνητική επίπτωση στην ζωή των κατοίκων της περιοχής χωρίς να υπάρχουν κίνητρα για την ενσωμάτωση αυτού του γεγονότος στις αποφάσεις του ιδιοκτήτη για την λειτουργία της επιχείρησης (είναι εξωτερικοί παράγοντες ως προς την συμπεριφορά του).

 

Η κρατική παρέμβαση είναι λοιπόν απαραίτητη για να επιβάλει τους όρους εκείνους και τους περιορισμούς στην οικονομική δραστηριότητα. Ούτε όμως η αποκλειστική χρήση της κεντρικής εξουσίας μπορεί να είναι αποτελεσματική (government failure) από μόνη της για 3 τουλάχιστον λόγους (Young, 1993): Πρώτον, δεν μπορούν αν αποκλεισθούν τα φαινόμενα διαφθοράς και επηρεασμού των πολιτικών αποφάσεων από οικονομικά και πολιτικά παντοδύναμες ομάδες (pressure groups) μέσα στην κοινωνία. Έτσι το αποτέλεσμα του σχεδιασμού της περιβαλλοντικής πολιτικής (και πολύ περισσότερο της εφαρμογής της) δεν αντικατοπτρίζει πάντα τις επιθυμίες του κοινωνικού συνόλου αλλά κάποιας ισχυρής μειοψηφίας. Δεύτερον, ο κρατικός μηχανισμός αποτελείται από μια μορφή διοίκησης χωρισμένη σε τμήματα που η επικοινωνία μεταξύ τους είναι τις περισσότερες φορές δύσκολη. Αυτή η έλλειψη επικοινωνίας είναι εμπόδιο στην ενσωμάτωση πολιτικών σχετικών με την Βιώσιμη Ανάπτυξη και είναι ορατή στο αποτέλεσμα του περιβαλλοντικού σχεδιασμού. Δεν είναι Αειφορική πρακτική για παράδειγμα να έχουμε μια ενεργειακή πολιτική η οποία να μην είναι ενημερωμένη σχετικά με την χωροταξική πολιτική ή την πολιτική των μεταφορών. Τρίτον, οι πολιτικές αποφάσεις είναι εύκολο να επηρεαστούν από τους ‘ειδικούς’ οι οποίοι αποτελούν μέρος της κάθε φορά κυβερνητικής γραφειοκρατίας. Παρότι είναι θεμιτό οι πολιτικές αποφάσεις να είναι το αποτέλεσμα διαφάνειας και κοινωνικού διαλόγου στην πράξη αυτό δεν είναι πάντα δυνατό.

 

7.    Ενδεικτικά παραδείγματα (Case studies)

Ας αφήσουμε όμως την θεωρία για να ρίξουμε μια σύντομη ματιά σε δύο ενδιαφέροντα παραδείγματα εφαρμογής στην πραγματική ζωή αυτών που αναφέρθηκαν παραπάνω. Το πρώτο ενδεικτικό παράδειγμα αφορά την αντίδραση των μηχανισμών της αγοράς στην περίπτωση του εξωτερικού κόστους λόγω ρύπανσης από ένα εργοστάσιο παραγωγής χαρτιού. Θα δούμε πως κατά την επιβολή ενός περιβαλλοντικού (πράσινου) φόρου (Andersen, 1994) ο οποίος καλείται να εφαρμόσει την αρχή ‘Ο Ρυπαίνων Πληρώνει’, δεν επωμίζεται μόνο ο παραγωγός (ρυπαίνων) το οικονομικό βάρος του φόρου αλλά και ο καταναλωτής. Το δεύτερο ενδεικτικό παράδειγμα είναι τυπικό της αποτυχίας της κρατικής παρέμβασης η οποία έχει μακροχρόνιες αρνητικές συνέπειες τόσο στο περιβάλλον όσο και στην ανθρώπινη υγεία (μέσω της εντατικοποίησης της αγροτικής παραγωγής) και αφορά την Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

7A) Ενδεικτικό παράδειγμα Α: Πληρώνει πραγματικά ο ρυπαίνων;  Πράσινοι φόροι, ποιος πληρώνει και γιατί

 

Στο σχήμα 2 παρουσιάζονται οι καμπύλες προσφοράς και ζήτησης για ένα εργοστάσιο παραγωγής χαρτιού. Ας υποθέσουμε πως πριν την επιβολή του φόρου (φ), η καμπύλη προσφοράς είναι Ππ η οποία τέμνει την καμπύλη Ζήτησης στο σημείο ισορροπίας Ιπ (σε αυτό το σημείο δηλαδή οι καταναλωτές αγοράζουν την ποσότητα του χαρτιού την οποία ο παραγωγός επιθυμεί να παράγει). Ας υποθέσουμε πως αυτή η επιχείρηση υποχρεώνεται να πληρώσει έναν φόρο ρύπανσης για κάθε κουτί χαρτιού που παράγει και πουλά ίσο με την τιμή φ. Αυτόματα το κόστος παραγωγής για κάθε κουτί θα ανέβει κατακόρυφα κατά την ίδια τιμή φ. Η πρώτη αντίδραση του ιδιοκτήτη θα είναι να αυξήσει την τιμή πώλησης του κάθε κουτιού από Τπ που είχε διαμορφωθεί πριν την επιβολή του φόρου σε Τπ προσπαθώντας έτσι να διατηρήσει την ίδια παραγωγή χαρτιού στο Χπ. Έτσι η καμπύλη προσφοράς διαμορφώνεται στην Πμ ίση δηλαδή με την κατακόρυφη προς τα πάνω μετακίνηση της καμπύλης Ππ κατά (φ). Η αύξηση των τιμών όμως μειώνουν τις πωλήσεις και η καινούρια κατάσταση ισορροπίας διαμορφώνεται στο Ιμ που ισοδυναμεί με την νέα τιμή Τμ που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν. Έτσι η παραγωγή θα πέσει από το Χπ στο Χμ.

 

 


 Τιμή προϊόντος   Τπ+φ                                                        Πμ               

          ($)                                                                        

                                                                                              φ                     Ππ

        Κόστος             Τμ                    Ιμ                                          

 καταναλωτή                              

   Τπ                             φ                             Ιπ

Κόστος

παραγωγού Τμ-φ                              

                                                                                                                  

Ζήτηση

 


                                                           Χμ                     Χπ                     Ποσότητα

(αριθμός κουτιών με χαρτί)

 

Σχήμα 2: Προσφορά και Ζήτηση για χαρτί

 

Ποιες θα είναι οι οικονομικές επιπτώσεις στους καταναλωτές και στους παραγωγούς με την διαμόρφωσή της καινούριας κατάστασης ισορροπίας; Για να το δούμε αυτό θα πρέπει να συγκρίνουμε την οικονομική τους κατάσταση πριν και μετά την επιβολή του φόρου. Οι παραγωγοί παρότι είδαν την τιμή του προϊόντος να αυξάνεται (από Τπ σε Τμ) έπρεπε να πληρώσουν τον φόρο φ. Έτσι στην πραγματικότητα τα εισοδήματά τους έπεσαν από Τπ που ήταν πριν τον φόρο, σε Τμ-φ που είναι η τιμή της καινούριας τιμής ισορροπίας μείον τον φόρο. Αυτή η τιμή Τπ – (Τμ-φ) αντιπροσωπεύει το μέρος του φόρου φ το οποίο πληρώνουν (επιβαρύνονται) οι παραγωγοί για κάθε μονάδα (κουτί) που πωλούν.

 

Μια άλλη έμμεση ζημία των παραγωγών είναι η μείωση των πωλήσεων από Χπ σε Χμ λόγω της αύξησης των τιμών. Το υπόλοιπο μέρος του φόρου πληρώνεται από τους καταναλωτές αφού η τιμή του προϊόντος αυξάνεται από Τπ σε Τμ. Παρατηρείται επίσης μείωση της κατανάλωσης χαρτιού από Χπ σε Χμ.

 

Έτσι βλέπουμε ότι και οι καταναλωτές πληρώνουν ένα μέρος του φόρου. Αυτό φαίνεται εκ πρώτης όψεως άδικο αν λάβουμε υπόψιν μας την αρχή ‘ο Ρυπαίνων Πληρώνει’. Μπορεί όμως κάποιος να υποστηρίξει ότι είναι και αυτοί μερικώς υπεύθυνοι μέσα από την καταναλωτική τους συμπεριφορά. Αυτός είναι άλλος ένας λόγος για την προσφορά πληροφορίας για την περιβαλλοντική ταυτότητα των καταναλωτικών προϊόντων.

 

Αυτό είναι μόνον ένα ενδεικτικό παράδειγμα. Στην πραγματικότητα το ποσοστό του φόρου που θα πληρώσουν οι παραγωγοί και οι καταναλωτές εξαρτάται από την κλίση των καμπυλών προσφοράς και ζήτησης. Σε περίπτωση ανελαστικής ζήτησης του πετρελαίου για παράδειγμα (Σχήμα 1) το ποσοστό του φόρου είναι πολύ μεγαλύτερο για τους καταναλωτές και ελάχιστο για τους παραγωγούς. Αυτό συμβαίνει επειδή οι καταναλωτές δεν έχουν ικανοποιητικά υποκατάστατα για να στρέψουν την αγοραστική τους δύναμη. Αντίθετα στην περίπτωση ελαστικής ζήτησης απορρυπαντικού που περιέχει φώσφορο, οι καταναλωτές έχουν την δυνατότητα να στρέψουν την αγοραστική τους δύναμη σε προϊόντα που δεν περιέχουν φώσφορο και καθαρίζουν το ίδιο καλά. Σε αυτήν την περίπτωση το μεγαλύτερο μέρος του φόρου θα πληρωθεί από τους παραγωγούς.

 

Το πρόβλημα με αυτού του είδους τη φορολογία είναι πως αδικεί τους πιο φτωχούς οικονομικά αφού αυτοί θα έχουν λιγότερα χρήματα σε σχέση με τους πλούσιους για να πληρώσουν την αύξηση της τιμής. Ένας τρόπος να λυθεί αυτό το πρόβλημα είναι να διανεμηθούν από το κράτος μέρος των εσόδων από την φορολογία στις ευαίσθητες οικονομικά κοινωνικές ομάδες με διάφορους τρόπους όπως η μείωση των φόρων σε αγαθά πρώτης ανάγκης. Ίσως κατά την διάρκεια της συζήτησης μας αργότερα έχουμε την ευκαιρία να αγγίξουμε αυτό το ακανθώδες πολιτικό και κοινωνικο-οικονομικό ζήτημα. 

 

7B) Ενδεικτικό παράδειγμα Β: Κοινή Αγροτική Πολιτική και Περιβάλλον ή πως φθάσαμε στις τρελές αγελάδες    

 

Η Κοινή Αγροτική Πολιτική είναι πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) από το 1958. Ήρθε να καλύψει κατά έναν τρόπο την μεταπολεμική ανασφάλεια της Ευρώπης σε επάρκεια τροφής. Κατά μια άλλη άποψη είναι το αποτέλεσμα του ισχυρού lobby της αγροτικής βιομηχανίας το οποίο κατάφερε να πετύχει τον προστατευτισμό των τιμών αγροτικών προϊόντων από τον ανταγωνισμό των εκτός ΕΕ παραγωγών. Αυτό οδήγησε σε υπερπαραγωγή προϊόντων, αύξηση του κόστους για τον καταναλωτή και μεγάλες περιβαλλοντικές καταστροφές λόγω υπερπαραγωγής (αύξηση επιφάνειας γης για καλύτερη γεωργική και κτηνοτροφική αξιοποίηση και χρήση φυτοφαρμάκων για αύξηση παραγωγής).

 

Θα θεωρήσουμε 2 περιπτώσεις όσον αφορά τις καμπύλες προσφοράς και ζήτησης για την αγροτική παραγωγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Σχήμα 4α και 4β).  Στο σχήμα 4α η ζήτηση για τροφή στην ΕΕ παριστάνεται από την καμπύλη Ζεε και η ποσότητα την οποία οι παραγωγοί είναι διατεθειμένοι να παράγουν παριστάνεται από την καμπύλη Πεε. Βλέπουμε επίσης την καμπύλη προσφοράς των χωρών εκτός ΕΕ Πυ, οι οποίες είναι διατεθειμένες να προσφέρουν τα προϊόντα τους σε φθηνότερες τιμές.

 


 

 


Τιμή

($)

                                               

 

                            Ζεε 

                                                                                                                                                                                                                                      Πεε

 

 

 

                   Τδ                             Ε               Γ                         Πδυ

                   Τυ          δ        Α                                                        Πυ

                                                   Β                    Δ

                     Ζ

 

                     0                α        β             γ      δ                                Ποσότητα

 

         μη αποδοτική

 παραγωγή 

  

Σχήμα 4α: Προσφορά και Ζήτηση για αγροτική παραγωγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση

 

Εάν η αγορά λειτουργούσε ελεύθερα (χωρίς δηλαδή κρατική παρέμβαση) η καμπύλη της προσφοράς θα διαμορφωνόταν ως εξής:  ΖΑΒΔ και οι καταναλωτές της ΕΕ θα κατανάλωναν ποσότητα (δ). Από αυτήν την ποσότητα, (0α) θα προμηθευόταν από τους αγρότες της ΕΕ και οι εκτός ΕΕ αγρότες θα προμήθευαν την υπόλοιπη ποσότητα (αδ) κι αυτό γιατί σε αυτήν την περιοχή οι συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού θα επέτρεπαν στους καταναλωτές να αγοράσουν τα ίδια προϊόντα πιο φθηνά από τους αγρότες εκτός ΕΕ από ότι από τους αγρότες της ΕΕ.

 

Η ΕΕ αποφάσισε λοιπόν να προστατεύσει το εισόδημα των αγροτών και το έκανε με δύο τρόπους: επιδότησε την τιμή των ευρωπαϊκών αγροτικών προϊόντων σε μια ανώτερη τιμή (Τδ) πάνω από την τιμή διάθεσης των προϊόντων εκτός ΕΕ και έθεσε δασμούς στις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων από χώρες εκτός ΕΕ ώστε να φθάσουν και αυτά στον καταναλωτή με την ίδια παρεμβατική τιμή (Τδ) εξαλείφοντας έτσι τον ανταγωνισμό και προστατεύοντας το εισόδημα του αγρότη. Το αποτέλεσμα είναι ότι αυτά τα οικονομικά μέτρα έδωσαν τα κίνητρα στους αγρότες να αυξήσουν την παραγωγή εντός ΕΕ από (0α) σε (0β) και οι εισαγωγές να μειωθούν από (αδ) σε (βγ) αφού τώρα η νέα καμπύλη προσφοράς έχει διαμορφωθεί σε ΖΑΕΓ (η συνολική ζήτηση για αγροτικά προϊόντα στην ΕΕ είναι τώρα 0γ). Το κομμάτι (αβ) της παραγωγής στην ΕΕ είναι όμως μη αποδοτικό για τους καταναλωτές αφού θα μπορούσε να παραχθεί από τις χώρες εκτός ΕΕ πιο φθηνά γεγονός που επιβαρύνει τους καταναλωτές.

 


 


Τιμή

($)

                                                           

 

                                 Ζεε 

                                                                                                                                                                                                                                                                                                Πεε

 

                        Τδ                              B                     Γ                                     Πδυ

 

                                       δ                                                                  

                        Τυ                      Α                                                                      Πυ

                                                                                          

                          Ζ

 

                          0                                 

 

           γ                                   α          β                        γ                                                           Ποσότητα

                                                                   πλεόνασμα                      

               

                      μη αποδοτική

          παραγωγή              

 

 Σχήμα 4β: Προσφορά και Ζήτηση για αγροτική παραγωγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση

 

Στο Σχήμα 4β υποθέτουμε πως η παρεμβατική τιμή που θέτει η ΕΕ βρίσκεται πάνω από το σημείο ισορροπίας (equilibrium point) των καμπυλών προσφοράς και ζήτησης για τα αγροτικά προϊόντα στην ΕΕ. Στο Σχήμα 4β, η καμπύλη Πδ μας δείχνει πως η παρεμβατική τιμή Τδ έχει τεθεί τόσο ψηλά που οι αγρότες της ΕΕ παράγουν προϊόντα όχι μόνο για να καλύψουν την ζήτηση στο Β αλλά υπερπαράγουν (σημείο Γ). Έτσι η ποσότητα της μη-αποδοτικής παραγωγής έχει αυξηθεί σε σύγκριση με την περίπτωση του προηγούμενου σχήματος [από (αβ) στο Σχήμα 4α σε (αγ) στο Σχήμα 4β] και αυτή την φορά περιλαμβάνει την παραγωγή προϊόντων από αγρότες της ΕΕ τα οποία δεν καλύπτουν καμία ζήτηση (βγ) και πρέπει είτε να θαφτούν στις χωματερές είτε να διατεθούν προς εξαγωγή. Όμως η δεύτερη λύση είναι προβληματική αφού σε αυτή την περίπτωση η τιμή των προϊόντων τους θα τεθεί στην τιμή των παραγωγών εκτός ΕΕ (Τυ) και αυτή η τιμή είναι κατώτερη από αυτήν που έχει εγγυηθεί από την ΕΕ (Τδ). Τα προϊόντα αυτά δεν είναι συνεπώς ανταγωνιστικά στις εκτός ΕΕ αγορές. Έτσι η ΕΕ, πιστή στην πολιτική προστατευτισμού, αναγκάζεται να επιδοτεί την διαφορά (Τδ) - (Τυ) (πληρωμή αποκατάστασης, restitution payment).

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι σε αυτό το παράδειγμα δεν υπάρχουν καθόλου εισαγωγές ενώ στην πραγματικότητα  μπορούν να συμβούν και τα δύο δηλαδή υπερπροσφορά και εισαγωγές αφού υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που καθορίζουν την επιλογή του καταναλωτή. Η μέχρι τώρα ιστορία της ΚΑΠ έχει δείξει πως αρκετές φορές η αγορά κινήθηκε από την κατάσταση του σχήματος 4α στην κατάσταση του σχήματος 4β. Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της ΚΑΠ και οι επιπτώσεις της στην ανθρώπινη υγεία (διατροφικά σκάνδαλα, τρελές αγελάδες λόγω εντατικοποίησης της παραγωγής) και εισόδημα του καταναλωτή και αγρότη έχουν αναγνωριστεί από τη ΕΕ και έχουν γίνει αισθητές από τον Ευρωπαίο πολίτη. Ο προσανατολισμός της συζητούμενης αναδιάρθρωσής της περιλαμβάνει κίνητρα για ανάπτυξη αγροτουριστικών δραστηριοτήτων και ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας, σημάδια πολιτικής τα οποία δείχνουν τον σαφή προσανατολισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς μια ανάπτυξη του αγροτικού χώρου με λιγότερες περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις.

 

 Εύχομαι η σημερινή διάλεξη να πρόσφερε μια ιδέα για την συνεισφορά της επιστήμης των οικονομικών περιβάλλοντος στην επιδίωξης της Βιώσιμης ή Αειφόρου Ανάπτυξης και να μπορέσουμε τώρα να συζητήσουμε ορισμένα από τα παραπάνω θέματα.


 

 

ΛΕΞΙΚΟ  ΑΓΛΛΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ  ΟΡΩΝ

 

εξόρυξη (extract)

ιδεολογικά στρατόπεδα: το τεχνολογικό (technocentrism) και το οικοκεντρικό (ecocentrism).

κρίσιμο φυσικό κεφαλαίο’ (critical natural capital)

συνεχές κεφαλαίο’ (constant capital)

φυσικό κεφαλαίο’ (natural capital)

ανθρωπογενές κεφάλαιο (human and man-made capital)

‘βαθιά ή πλήρως πράσινη οικονομία’ (deep green economy)

μηδενική οικονομική ανάπτυξη (zero economic development)

μηδενική αύξηση πληθυσμού (zero population growth)

‘σταθερή κατάσταση στην οικονομία’ (steady state economy).

‘βαθιά οικολογία’ (deep ecology)

ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον στην πηγή αλλά και στους αποδέκτες (minimum resource-take systems)

‘λειτουργική αξία’ ή ‘οργανική αξία’ (instrumental value)

‘θεωρία της Γαίας’ (Gaian theory)

‘εξωτερικό κόστος’ (external costs) της ρύπανσης

‘κοινωνικό κόστος’ (social cost)

προεξοφλητικό επιτόκιο (απώλεια αξίας) ή ‘απαξίωση με το χρόνο’  discounting

‘κόστος (δαπάνες) χρήστη’ (user cost)

ιδιοκτησιακά δικαιώματα (property rights) 

ελεύθερη πρόσβαση (free access)

‘πρόβλημα της κοινής ιδιοκτησίας’ (common property problem)

‘τραγωδία της κοινής ιδιοκτησίας’ (tragedy of the commons).   

Η αποτυχία της ελεύθερης αγοράς και της κρατικής παρέμβασης (market and government failure)

εκτίμηση της οικονομικής αξίας (αποτίμηση) (valuation)

νομισματική αξία (monetary value)

Ανάλυσης Κόστους Οφέλους (Cost Benefit Analysis)

μέθοδοι ‘εκφρασμένής προτίμησης’ (expressed preference)

μέθοδοι ‘συναγόμενης προτίμησης’ (revealed preference methods) 

μέθοδος της ‘αντίδρασης στην δόση’ (dose response method)

μέθοδος του ‘κόστους αντικατάστασης’ (replacement cost method)

Μέθοδος ‘συμπεριφοράς μείωσης των επιπτώσεων’ (mitigation behavior method)

Εκτίμηση των Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Environmental Impact Assessment)  

μέθοδος του ‘κόστους μετακίνησης’ (travel cost method)

μέθοδος της ‘εκτίμησης της μη γνωστής αξίας’ (hedonic pricing method)

μέθοδος ‘εξαρτημένης νομισματικής εκτίμησης’ ή ‘του μέσου όρου του προσδιορισμού της αξίας της μέσης υποκειμενικής εκτίμησης’ (contingent valuation method)

‘προθυμία να πληρώσουν’ (willingness to pay)

διαδικασία του ‘Καλύτερου Πρακτικού Τρόπου’ (Best Available Means)

διαδικασία ‘Καλύτερης Διαθέσιμης Τεχνολογίας που δεν προϋποθέτει Υπερβολικό κόστος’ (Best Available Technology not Entailing Excessive Cost)

διαδικασία ‘Καλύτερης Διαθέσιμής Τεχνολογίας Ελέγχου’ (Best Available Control Technology)

εμπορεύσιμες άδειες (tradable permits)

κοινωνικές εξωτερικές επιπτώσεις (externalities)

η αρχή ‘Ο Ρυπαίνων Πληρώνει’ (Polluter Pays Principle)

σημείο ισορροπίας (equilibrium point)

πληρωμή αποκατάστασης, ή αντισταθμιστική πληρωμή ή αποζημίωση (restitution payment)

 


 

Βιβλιογραφία[13]

 

Andersen, M. S., 1994, Governance by green taxes: Issues in Environmental Politics, Manchester University Press, Manchester.

 

Boulding, K., 1966, The economics of the coming Spaceship Earth, in Jarrett H (ed.), Environmental quality in a growing economy, Johns Hopkins University Press, Baltimore.

 

CEC, 1992, 'Towards Sustainability: A European Programme of Policy and Action in Relation to the Environment and Sustainable Development', COM(92) 23 final, 27 March 1992, Brussels.

Coase, R., 1960, The problem of social cost, Journal of Law and Economics, 3, 1-14.

 

Constanza, R. and Daly, H., 1992, Natural capital and sustainable development, Conservation Biology, 6, 37-46.

 

Daly, H., 1977, Steady State Economics, Freeman, San Francisco; Second Edition, Island Press, New York, 1991.

 

Daly, H. and Cobb, J., 1990, For the common good, Greenprint Press, London.

 

Gordon, H. H., 1954, Economic Theory of a common-property resource: the fishery, Journal of Political Economy, 62 124-142.  

 

Gray, L., 1914, Rent under the assumption of exhaustibility, Quarterly Journal of Economics, 28, 466-489.

 

Hahn, R. and Hester, G., 1989, Marketable permits: lessons for theory and practice, Ecology Law Quarterly, 16, 361-406.

 

Hardin, G., 1992, Tragedy of the commons, reprinted in Daly, H. E., Valuing the earth: Economics, Ecology, Ethics, MIT Press, Cambridge, Mass.

 

Hotelling, H., 1931, The economics of exhaustible resources, Journal of Political Economy, 39, 137-175.

 

Jacobs, M., 1991, The Green Economy: Environment, Sustainable Development and the Politics of the Future, Pluto Press, London.

 

Kneese, A., Ayres, R. and d’Arge, R., 1970, Economics and the Environment: A materials balance approach, Resources for the Future, Washington DC.

 

Lovelock, 1988, The ages of Gaia: The biography of our living Earth, Oxford University Press, Oxford.

 

Malthus, T., 1798, An assay on the Principle of Population, first published in 1798, reprinted by Macmillan, London, 1909.

 

Marx, K., 1867, Capital, Vols I, II, III, Lawrence and Wishart, London, 1970, 1972, see also R. Freeman (ed.), Marx on Economics, Penguin, Harmondsworth, 1962.

 

Meadows et al, 1972, The limits to growth, Earth Island, New York.

 

Meadows, D. H., Meadows, D. L., Randers, J. and Behrens III, W. H., 1972, The limits to growth, University Books, New York.

 

OECD, 1991a, Environmental Indicators: A Preliminary set, OECD, Paris.

 

OECD, 1991b, Environmental Policy: How to apply economic instruments, OECD, Paris.

 

Opschoor, J. B. and Turner, R. K. (eds), 1993, Environmental Economics and Environmental Policy Instruments: Principles and Practices, Kluwer, Dordrecht.

 

Ο’ Riordan, T., 1983, Environmentalism, 2nd edition, Pion Press, London.

 

Ο’ Riordan, T., 1991, The new environmentalism and sustainable development, The science of the total environment, 108, 5-15.

 

Ο’ Riordan, T., 1992, The precaution principle in environmental management, GEC 92-103, CSERGE Working paper, University of East Anglia and University College London.

 

 Page, Τ., 1982, Intergenerational justice as opportunity, in Maclean, D. and Brown. P. (eds), Energy and the Future, Rowan and Littlefield, Totowa.

 

Pasek, J., 1992, Obligations to future generations: A philosophical note, World Development, 20, 513-521.

 

Pearce, D. W., 1976, The limits of cost benefit analysis as a guide to environmental policy, Kyklos, 29(1), 97-112.

 

Pearce, D. W., 1986, Cost Benefit Analysis, Macmillan, Basingstoke.

 

Pearce, D. W., Markandya, A. and Barbier, E. B., 1989, Blueprint for a green economy (Blueprint 1), Earthscan, London.

 

Pearce, D. W., Barbier, E. B. and Markandya, A., 1990, Sustainable Development: Economics and the Environment in the Third World, Earthscan, London.  

 

Pearce, D. W. and Turner, R. K., 1991, The development of Environmental Indicators, Report to the UK Department of the Environment, April 1991.

 

Pearce, D. W. and Warford, J., 1992, World without end: Economics, Environment and Sustainable Development.

 

Pearce, D. W., 1991, Blueprint 2: Greening the global economy, Earthscan, London.

 

Pearce, D. W., 1993, Blueprint 3: Measuring Sustainable Development, Earthscan, London.

 

Pezzey, J., 1988, Market mechanisms of pollution control: Polluter pays, economic and practical aspects, in Turner, R. K. (ed.), Sustainable Environmental Management: Principles and Practice, Belhaven Press, London.

 

Pigou, A. C., 1920,The economics of Welfare, Macmillan, London.

 

Pugh, C. (ed.), 1996, Sustainability, the environment and urbanization, Earthscan, London.

 

Ricardo, D., 1926, Principles of Political Economy and taxation, Everyman, London.

 

Stavins, R. (ed.), 1988, Project 88: Harvesting market forces to protect our environment, a public policy study sponsored by Senators Wirth and Heinz, Washington DC, December 1988.

 

Sunyer, C. and Manteiga, L., 1998, Financial instruments for the NATURA 2000 network and nature conservation, a study funded by European Commission DG-XI and undertaken by TERRA environmental policy centre, Madrid.

 

Therivel, R. and Morris, P., 1995, Methods of Environmental Impact Assessment, UCL Press, London.

 

Toman, M. A., 1992, The difficulty of defining sustainability, Resources, 106, 3-6.

 

Τσάρτας, Π., (χωρίς ημερομηνία, πιθανότατα 1994), Αειφορική ανάπτυξη και τουρισμός: Προβληματισμοί και προτάσεις για έναν διαφορετικό τύπο τουριστικής ανάπτυξης,  in Βασενχόβεν, Λ., Λασκαρις, Κ., Λουλούδης, Λ., Μπεόπουλος, Ν και Τσάρτας, Π. (eds), Sustainable Development: Θεωρητικές προσεγγίσεις μιας κρίσιμης έννοιας, PETRA II Programme, εκδόσεις Παπασωτηρίου, Αθήνα.

 

Turner, R. K. and Bateman, I., 1990, A critical review of monetary assessment methods and techniques, Environmental Appraisal Group Report, University of East Anglia, Norwich.

 

Turner, R. K., Bateman, I, J. and Pearce D. W., 1992, United Kingdom, in Navrud, S. (ed.), Valuing the environment: The European Experience, Scandinavian University Press, Oslo.

 

Turner, R. K. (ed.), 1993, Sustainable Environmental Economics and Management: Principles and Practice, Belhaven, London.

 

Van Dieren, W. (ed.), 1995, Taking Nature into account: A report to the club of Rome, Copernicus Publications, New York.

 

Wallace, R. and Norton, B., 1992, Policy implications of Gaian theory, Ecological Economics, 6, 103-118.

 

Watson, A., 1991, Gaia: New Scientist inside Science, 48, New Scientist, 6 July 1991.

 

WCED (World Commission on Environment and Development), 1987, Our Common Future (the Brundtland report), Oxford University Press, Oxford.

 

Winpenny, J., 1991, Values for the Environment, HMSO, London.

 

Young, S. C., 1993, The politics of the Environment, Baseline Book Company, Manchester.

 

Zagorianakos E., 1999, ‘An Ex Ante Appraisal of the Implementation of the Proposed Directive on Strategic Environmental Assessment (SEA) in England and Greece’, Journal of Planning Practice and Research, (14) 4, pp. 445-465.

 

Zagorianakos E., 2001, ‘A Case Study on Policy-SEA: The Eco-Audit of the Irish National Development Plan 2000-2006’, Journal of Environmental Assessment Policy and Management, Vol. 3, No. 2, pp. 241-272, June 2001.

 

Γεντεκάκης, I., 1999, Ατμοσφαιρική Ρύπανση, Επιπτώσεις, Έλεγχος και Εναλλακτικές Τεχνολογίες, Εκδόσεις Τζιολα.

 

Ζαγοριανάκος E., 2000, ‘Η Προτεινόμενη Κοινοτική Οδηγία για τις Στρατηγικές Περιβαλλοντικές Εκτιμήσεις’, Περιβάλλον και Δίκαιο, Τεύχος, 1/2000, σελ. 40-44.

 

Ζαγοριανάκος E., 2001, Πίσω στο Μέλλον? Τα Σχέδια των Βρυξελλών για επέκταση των Εκτιμήσεων Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΕΠΕ) σε στρατηγικό επίπεδο, ΤΟΠΟΣ, Επιθεώρηση αστικών και περιφερειακών μελετών,  16/2001, ISSN 1105-3267, pp. 198-209).



[1] BSc (TATM –Ε.Μ.Π.), MSc (LSE, Env. Econ.), MPhil (Manchester Uni., Env. Planning), PhD (TCD, Env. Transport)

[2] Στην σχετική βιβλιογραφία οι όροι Αειφόρος και Βιώσιμη Ανάπτυξη έχουν διαφορετική έννοια. Στο παρόν κείμενο αυτοί ταυτίζονται με τον ορισμό του Brundtland (WCED, 1987).

[3] Τα παραπάνω ισχύουν περισσότερο για φυσικούς πόρους όπως γεωργική γη, τόποι αλιείας, σπάνια οικοσυστήματα κτλ.. Εξαίρεση αποτελεί ο τομέας της ενέργειας καθώς η αλματώδης ανάπτυξη και χρήση τεχνολογίας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας όπως η αιολική και ηλιακή, και μη ανανεώσιμων τα οποία είναι καθαρότερα και σε μεγαλύτερη επάρκεια από το πετρέλαιο όπως το φυσικό αέριο και η τεχνολογία των κελιών καυσίμου υδρογόνου, ενδέχεται να στρέψουν την πλάστιγγα των σχετικών ορίων προς όφελος του ανθρώπου.

[4] Το συνθετικό καουτσούκ για παράδειγμα αντικατέστησε το φυσικό καουτσούκ όταν αυτό έγινε ακριβό και δυσεύρετο για εισαγωγή από τρίτες χώρες.

[5] Παραδείγματα επιδιόρθωσης της εσωτερικής ισορροπίας της Γης: Κύκλοι Άνθρακα (C), Οξυγόνου (Ο), ρυθμιστικός ρόλος ωκεανών με απορρόφηση αποδέσμευση CO2 και διπλός ρόλος σύννεφων στην συμβολή του φαινομένου του θερμοκηπίου, ξηρή και υγρή εναπόθεση ατμοσφαιρικών ρύπων, βιοδιάσπαση στερεών αποβλήτων κ.α.

 

[6] Τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου με τους σημερινούς ρυθμούς κατανάλωσης υπολογίζεται να εξαντληθούν στα επόμενα 40 χρόνια ενώ για το φυσικό αέριο ο αντίστοιχος χρόνος προβλέπεται σχεδόν διπλάσιος (70 χρόνια) με τάσεις αύξησης.

[7] Ενώ με τα απορρυπαντικά για παράδειγμα που είναι σε αφθονία, η ζήτηση είναι ελαστική.

[8] Στον αντίποδα του σχετικού μύθου υπάρχει ο μύθος του Προμηθέα: εάν κλέψεις την επιστήμη / γνώση θα τιμωρηθείς αιώνια από τους θεούς.

[9] Μια άλλη απόδοση της έννοιας είναι: ‘(προεξοφλητική) έκπτωση’ (Magenda Dictionary) ή ‘απαξίωση με τον χρόνο’.

[10] Αυτές οι τρεις λειτουργίες μπορούν να θεωρηθούν ως τμήματα ενός γενικότερου φυσικού συστήματος: αυτού που στηρίζει την ζωή στον πλανήτη (life support system).

[11] Η χρήση ερωτηματολογίου δεν είναι απαραίτητη αφού είναι δυνατός ο υπολογισμός για παράδειγμα (με διαφορετικό βαθμό αξιοπιστίας) των εξόδων μετακινήσεων των επισκεπτών από τον αριθμό των πινακίδων των αυτοκινήτων τους.

[12] Οι στόχοι της απόφασης αυτής είναι καθαρά περιβαλλοντικοί.

[13] Περιλαμβάνει την χρησιμοποιηθείσα σε αυτό το κείμενο και προτεινόμενη βιβλιογραφικές πηγές .