Η ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΠΡΟΤΥΠΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ

 

 

Λ. Λουλούδης

Αναπληρωτής Καθηγητής

Πολιτικής Προστασίας του Αγροτικού Περιβάλλοντος

Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης

Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 είχε πλέον διαφανεί ότι η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) της Ευρωπαικής Ένωσης (ΕΕ) είχε φθάσει στα όρια της. Τα αδιάθετα πλεονάσματα αγροτικών προιόντων συσσωρεύονταν ενώ οι δημοσιονομικές δαπάνες στήριξης των Κοινών Οργανώσεων Αγορών (ΚΟΑ) είχαν γίνει δυσβάστακτες. Έτσι, η μεταρρύθμιση της ΚΑΠ του 1992 υπήρξε αναγκαία συνέπεια αυτών των αδιεξόδων και επιταχύνθηκε από τις πιέσεις των ανταγωνιστών της ΕΕ στην Παγκόσμια Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (τη γνωστή ως GATT). Στο πλαίσιο αυτών των εξελίξεων αναζητήθηκε η νομιμοποίηση της νέας ΚΑΠ στην παραδοχή ότι η σύγχρονη γεωργία επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον. Αναγνωρίσθηκε, έτσι, στην Ευρωπαική Ένωση, η ανάγκη να ενσωματωθεί η προστασία και η βελτίωση του περιβάλλοντος στην ΚΑΠ. Η παρούσα εισήγηση θα επιχειρήσει, πρώτον, να εξηγήσει πως άνοιξε ο δρόμος προς αυτή την αλλαγή της ΚΑΠ, η οποία συνεχίζεται σήμερα, ιδιαίτερα μετά τη νέα μεταρρύθμιση, στα πλαίσια των συμφωνιών της Agenda 2000, και δεύτερον, πως η πρόσφατη εξέλιξη, με τη θέσπιση του Κανονισμού 1804/99, για τη βιολογική κτηνοτροφία, εντάσσεται στη νέα αρχιτεκτονική της ΚΑΠ.

Από την αρχή να διευκρινίσουμε ότι η φιλοσοφία της ενσωμάτωσης περιβαλλοντικών ρυθμίσεων στην ΚΑΠ ακολούθησε δύο αρκετά διακριτά πρότυπα πολιτικής πριν και μετά την μεταρρύθμιση του 1992.  Θα τα αποκαλούσαμε συμβατικά το πρότυπο των "επιπτώσεων" και το πρότυπο των "δημοσίων αγαθών". Πιο συγκεκριμένα:

.1. Το μοντέλο των "επιπτώσεων" έκκινούσε από την αναγνώριση των επιπτώσεων της γεωργίας στο περιβάλλον και ειδικοτερα της γεωργίας των εντατικών συστημάτων. Για να αντιμετωπίσει αυτές τις επιπτώσεις επιχειρούσε να συνδυάσει τους μηχανισμούς της αγοράς με κανονισμούς προστασίας του περιβάλλοντος. Το εν λόγω μοντέλο χρησιμοποιήθηκε την περίοδο κατά την οποία ασκούνταν πιέσεις για τη μεταρρύθμιση της ΚΑΠ.

 

2. Το μοντέλο "δημοσίων αγαθών" εστιάζει περισσότερο σε εκτατικά συστήματα παραγωγής. Εδώ η έμφαση, πάντα σε συνδυασμό με τους μηχανισμούς της αγοράς, δίνεται στα κίνητρα στήριξης πρακτικών προσανατολισμένων στη διατήρηση του αγροτικού τοπίου και γενικότερα του φυσικού περιβάλλοντος. Η εφαρμογή αυτού του μοντέλου άρχισε με τη μεταρρύθμιση του 1992 και τυπικό της παράδειγμα είναι ο αγροτο-περιβαλλοντικός Κανονισμός 2078/92.

 

Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΚΑΠ (1992)

 

Τον Μάιο του 1999, με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, κάθε Γενική Διεύθυνση της Ευρωπαικής Επιτροπής υποχρεώθηκε να αξιολογεί τις προτεινόμενες πολιτικές και μέσα από περιβαλλοντικές θεωρήσεις. Αυτή η υποχρέωση είναι ιδιαίτερα σημαντική για τον τομέα της γεωργίας ο οποίος εξακολουθεί να απορροφά περιπου το 50% του προυπολογισμού της Ένωσης. Έτσι ολοκληρώθηκε μιά θεσμική πρωτοβουλία η οποία είχε αρχίσει επτά χρόνια νωρίτερα, τον Μάιο του 1992. Τότε, εξαιτίας της σύμπτωσης ανησυχιών δημοσιονομικών και περιβαλλοντικών επιβλήθηκε η αλλαγή της ΚΑΠ. Ο στόχος αυτής της αλλαγής ήταν η εξοικονόμηση πόρων του προυπολογισμού της Ένωσης για άλλες πολιτικές εκτός γεωργίας και παράλληλα ηδιατήρηση του αγροτικού πληθυσμού ώστε να διασωθεί το περιβάλλον και τα αγροτικά οικοσυστήματα καθώς και ένα μοντέλο γεωργίας βασισμένο στην οικογενειακή εκμετάλλευση, το οποίο είναι επιθυμητό και από την ευρωπαική κοινωνία. Η μεταρρύθμιση MacSharry, όπως ονομάστηκε, από το όνομα του Ιρλανδού Επιτρόπου γεωργίας, περιόρισε τις ενισχύσεις κλάδων-κλειδιά της ΚΑΠ, συγκράτησε τα ανερχόμενα κόστη της ΚΑΠ, και διευκόλυνε συνομιλίες με τους εταίρους της GATT. Πριν το 1992, στη δεκαετία 1980, είχαν επιβληθεί ποσοστώσεις στη ζάχαρη, το γάλα και "πρόγραμμα σταθεροποίησης" για τα σιτηρά. Το 1992 επιβλήθηκε μείωση στήριξης σε δημητριακά και ζωική παραγωγή και ημι-υποχρεωτική αγρανάπαυση (set-aside). Σαν αντιστάθμισμα των μειώσεων στήριξης στον τομέα των δημητριακών χορηγήθηκαν άμεσες πληρωμές βασισμένες σε περιορισμένη γεωργική έκταση. Και στη ζωική παραγωγή οι ενισχύσεις χορηγήθηκαν σε περιορισμένου αριθμού κεφαλιών κοπάδια. Αυτός ο μηχανισμός ονομάσθηκε "αποσύζευξη", δηλαδή αποσύνδεση των χορηγουμένων ενισχύσεων από την ενθάρρυνση αύξησης του όγκου της παραγωγής. Όπως είναι ευνόητο αυτά τα μέτρα είχαν ένα έμμεσο περιβαλλοντικό αποτέλεσμα. Άμεσο αποτέλεσμα, όμως, αναμενόταν από τον "αγροτο-περιβαλλοντικό" Κανονισμό 2078/92, των Συνοδευτικών Μέτρων. Τα Συνοδευτικά μέτρα, εκτός του Κανονισμού 2078/92, περιλάμβαναν τον Κανονισμό 2079/92 για την "πρόωρη συνταξιοδότηση" και τον Κανονισμό 2080/92 για τις "αναδασώσεις". Σημαντική καινοτομία αποτελούσε ότι οι ενλόγω Κανονισμοί θα χρηματοδοτούντο από, την οικονομική καρδιά της ΚΑΠ, το Ταμείο Εγγυήσεων του Ευρωπαικού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ).

Όπως απεδείχθη, η μεταρρύθμιση του 1992, κρινόμενη ως προς τα περιβαλλοντικά της αποτελέσματα δεν υπήρξε ιδιαίτερα αποτελεσματική. Λόγω της κατάρρευσης των Ανατολικών καθεστώτων το 1989, ανέβηκαν οι τιμές των δημητριακών, δηλαδή του κυρίου κλάδου τον οποίο είχε συμπεριλάβει η μεταρρύθμιση του 1992. Από την άλλη, το set-aside, όπως είχε θεπιστεί, απεδείχθη ότι δεν ωφελούσε το περιβάλλον. Επιπλέον, τα όποια οφέλη μειώθηκαν από την σμίκρυνση του υποχρεωτικού set-aside (από 15%, το 1993 σε 5% το 1999), από έλλειψη προδιαγραφών, και την ενθάρρυνση της μη-διατροφικής παραγωγής (non food) στο ποσοστό της έκτασης που εδίδετο για set-aside. Στη ζωική παραγωγή οι εξελίξεις δεν ήταν θετικότερες. Μιά μέγιστη πυκνότητα βόσκησης των 2 Ζωικών Μονάδων ανά εκτάριο που ετέθη στα βασικά πριμ για βοοειδή και το επιπλέον πριμ εκτατικοποίησης σε εκμεταλλεύσεις με πυκνότητες 1,4 ΖΜ ανα εκτάριο δεν απέβη προς όφελος του περιβάλλοντος. Άλλες περιβαλλοντικές υποχρεώσεις δεν είχαν επιβληθεί στις Κοινές Οργανώσεις αγροτών. 'Ετσι ως σημαντικότερο βήμα υπερ του περιβάλλοντος, στα πλαίσια της ΚΑΠ, παρέμεινε ο Καν. 2078/92. Τι προέβλεπε ο Καν. 2078/92;

-ενθάρρυνση των γεωργών να αναλάβουν γεωργικές πρακτικές συμβατές με τις απαιτήσεις της περιβαλλοντικής προστασίας και τη διατήρηση της υπαίθρου.

-συμβολή στην ισορροπία της αγοράς.

-αποζημίωση των γεωργών από τις μειώσεις παραγωγής ή την αύξηση του κόστους από τη συμβολή τους στη βελτίωση του περιβάλλοντος"

 

Το 1997 εκτιμήθηκε από την Ευρωπαική Επιτροπή ότι 20% των γεωργικών εκμεταλλεύσεων συμμετείχε σε εθελοντικό αγροτο-περιβαλλοντικό πρόγραμμα. Σε ανάλογο ποσοστό απασχολήθηκε η χρησιμοποιούμενη γεωργική γη. Αυτά τα μεγέθη, από μόνα τους, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συνιστούν επιτυχία. Αλλά υπάρχουν και σημεία κριτικής αυτής της επιτυχίας. Ο Κανονισμός 2078/92 εξελήφθη από τα Κράτη - Μέλη (Κ-Μ) και υλοποίηθηκε κυρίως σαν ενίσχυση του γεωργικού εισοδήματος με πρόσχημα, μάλλον, την προστασία και βελτίωση του περιβάλλοντος. Γι' αυτό, εξάλλου, στο νέο Κανονισμό Αγροτικής Ανάπτυξης, τον 1257/1999, για τον οποίο γίνεται λόγος στη συνέχεια, δεν υπάρχει μνεία ενίσχυσης εισοδήματος ενώ υπάρχει η εξειδίκευση περιβαλλοντικών στόχων ως προυπόθεση για την προσφερόμενη ενίσχυση στους παραγωγούς. Μια άλλη κριτική είναι ότι τα περισσότερα Κ-Μ σχεδίασαν και εφάρμοσαν τον Κανονισμό ως συνέχεια υφιστάμενων γεωργικών πρακτικών χωρίς τη μέριμνα βελτίωσης της περιβαλλοντικής τους απόδοσης. Κλασικό είναι το παράδειγμα της ενίσχυσης των βοσκοτόπων ή, όπως αποκαλέιται, το πρόγραμμα "Prime a l' herbe" στη Γαλλία που ήταν συνέχεια των υπαρχουσών καταστάσεων χωρίς βελτίωση της διαχείρισης των βοσκοτόπων. Το ίδιο συνέβη με τα προγράμματα OPULS (Αυστρία) και GAEPS (Φινλανδία). Λίγα προγράμματα εστίασαν στη μετατροπή εντατικών σε εκτατικά συστήματα και λίγα εφαρμόσθηκαν στις ρυπογόνες εντατικές περιοχές. Επίσης ήταν αρνητικό ότι δεν εκπληρώθηκε μιά βασική προτροπή του Κανονισμού 2078/92. Να συνδυασθεί, δηλαδή, η εφαρμογή του τελευταίου με την εφαρμογή ορισμένων σημαντικών ρυθμίσεων της Περιβαλλοντικής Πολιτικής, όπως οι Οδηγίες "Οικοτόπων", "Νιτρικών", "Πουλιών" και του "Νερού". Αλλά αν πάρουμε, για παράδειγμα, την πολύ σημαντική "Οδηγία για τη Νιτρορύπανση" βλέπουμε ότι πολύ λίγα έχουν γίνει προς την κατεύθυνση και αυτής τη ίδιας της εφαρμογής της. Από τον Ιούλιο του 1999 είχαν κληθεί σε απολογία 12 Κράτη-Μέλη για τη μη εφαρμογή της και 8 εξ αυτών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, αντιμετωπίζουν την καταδίκη τους από το Ευρωπαικό Δικαστήριο. Ακόμα και η παλαιότερη της "Οδηγίας Οικοτόπων", η "Οδηγία για τα Πουλιά" δεν έχει ακόμα εφαρμοσθεί πλήρως αν και θεσπίσθηκε το 1979. Συνεπώς, και ο συνδυασμός αγροτο-περιβαλλοντικού Κανονισμού και Οδηγιών της Περιβαλλοντικής πολιτικής δεν κατέστη εφικτός. Συμπερασματικά, τα προγράμματα του 2078 δεν σχεδιάσθηκαν ώστε να συνεργάζονται με την εφαρμογή των κύριων περιβαλλοντικών Οδηγιών της ΕΕ. Αλλά έγινε πρόοδος, στην κατανόηση της σημασίας της αγροτο-περιβαλλοντικής πολιτικής τόσο στο επίπεδο των φορέων άσκησης της αγροτικής πολιτικής όσο και σε ένα τμήμα των αγροτών έτσι, ώστε, στη συνέχεια το μοντέλο ενσωμάτωσης περιβαλλοντικών ρυθμίσεων στην αγροτική πολιτική, του προαναφερθέντος τύπου των "δημοσίων αγαθών" να ουσιαστικοποιηθεί στο νέο Κανονισμό της Αγροτικής Ανάπτυξης του 1999. Αυτή η νέα αγροτική ανάπτυξη, έχει τόση πιά σημασία για την Ευρωπαική Ένωση ώστε ονομάσθηκε "δεύτερος πυλώνας" της ΚΑΠ από τον Επίτροπο Γεωργίας Φίσλερ.

 

Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΚΑΠ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ AGENDA 2000

 

Από το 1997, η ΕΕ οδηγήθηκε σε ένα νέο γύρο αναθεώρησης της ΚΑΠ. Οι σχετικές συζητήσεις έγιναν στα πλαίσια των προτάσεων της λεγόμενης ΑGENDA 2000 που αφορούσε όλο τον προυπολογισμό της ΕΕ για την περίοδο 2000-2006. Και πάλι οι συζητήσεις αναθεώρησης της ΚΑΠ επηρεάσθηκαν από "εξωγενείς" παράγοντες. Κυριότεροι εξ αυτών ήταν η σχεδιαζόμενη διεύρυνση της ΕΕ προς τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και ο επικείμενος νέος γύρος συζητήσεων στα πλαίσια του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου (πρώην GATT). Ως νέοι στόχοι ετέθησαν η ανταγωνιστικότητα, οι υψηλές προδιαγραφές ασφάλειας και ποιότητας τροφίμων, το ικανοποιητικό γεωργικό εισόδημα, η πληρέστερη ενσωμάτωση περιβαλλοντικών στόχων, η δημιουργία εναλλακτικών απασχολήσεων στις αγροτικές περιοχές και η απλοποίηση της νομοθεσίας ΕΕ και των διοικητικών μηχανισμών. Από το 1997 μέχρι το 1999 διεξήχθησαν σοβαρές διαπραγματεύσεις μεταξύ της Επιτροπής και των Κ-Μ. Οι διαπραγματεύσεις για την ΚΑΠ ολοκληρώθηκαν τον Μάρτιο του 1999 στη Συνάντηση Κορυφής του Βερολίνου. Ο προυπολογισμός της ΚΑΠ μειώθηκε στα 40,5 δισ. ECU τον χρόνο. Η Συμφωνία του Βερολίνου ήταν λιγότερο φιλόδοξη από τις προτάσεις τις Επιτροπής. Θα επανασυζητηθούν τα συμφωνηθέντα το 2002. Οι κύριες αλλαγές που επέφερε η Συμφωνία του Βερολίνου παρέμειναν στη κατεύθυνση της μεταρρύθμισης Macsharry του 1992. Δηλαδή  επέκτειναν τον μηχανισμό της "αποσύζευξης" (βλέπε παραπάνω) και επέμειναν στις μειώσεις τιμών. Οι ΚΟΑ που καλύφθηκαν ήταν εκείνες των δημητριακών, των βοοειδών και του οίνου. Η αναθεώρηση του καθεστώτος της αγελαδοτροφίας αναβλήθηκε, κυρίως υπό την πίεση της Γερμανίας, μέχρι το 2008. Η καινοτομία σε σχέση με το περιβάλλον ήταν ότι θεσπίσθηκε η επιβολή εκπλήρωσης περιβαλλοντικών υποχρεώσεων προκειμένου να καταβληθούν οι όποιες ενισχύσεις τιμών. Η άλλη σημαντική καινοτομία είναι ο Κανονισμός της Αγροτικής Ανάπτυξης 1257/1999. Ως προς την κοινωνική τους απήχηση, οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (NGOs) είναι εναντίον των συμφωνιών της AGENDA 2000, ενώ θα υπάρξουν πιέσεις στον επικείμενο γύρο συζητήσεων του ΠΟΕ για να μειώσει η ΕΕ τις παραμένουσες στρεμματικές ενισχύσεις. Υπάρχει, βέβαια, και το δημοσιονομικό πρόβλημα της επικείμενης διεύρυνσης της ΕΕ. Για την Ελλάδα σημασία έχει ότι η Συμφωνία του Βερολίνου δεν αναθεωρεί τα καθεστώτα αγοράς για πολλά Μεσογειακά προιόντα και το πρόβειο κρέας. Ενώ η εντατική αγελαδοτροφία αφήνεται να ρυπαίνει, ιδιαίτερα στις συνθήκες της Βόρειας Ευρώπης.

Αλλά υπάρχουν  και θετικά στοιχεία στη νέα αγροτική πολιτική της ΕΕ. Μεταξύ αυτών τα κυριότερα είναι ότι θεσπίζονται:

-νέος Κανονισμός Αγροτικής Ανάπτυξης αλλά με μικρή χρηματοδότηση

-εφαρμογή της οικοσυμβατότητας (cross compliance) με τον οριζόντιο Καν. 1259/1999

-νέα προσέγγιση στις Λιγότερο Ευνοημένες Περιοχές, όπου οι πληρωμές θα καταβάλλονται στις γεωργοκτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις, επί τη βάσει της  χρησιμοποιούμενης έκτασης και θα είναι καλύτερα στοχευμένη στην προστασία του περιβάλλοντος.

-εθνική διακριτική ευχέρεια στην εφαρμογή ενός ποσοστού των άμεσων πληρωμών (ο εθνικός φάκελος) στον τομέα βοοειδών (και τελικά στην αγελαδοτρόφο γαλακτοκομία) ο οποίος δυνητικά θα μπορούσε να υποστηρίζει την εκτατική βόσκηση για περιβαλλοντικούς σκοπούς και την μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων.

-εθνική διακριτική ευχέρεια να ανακατανέμονται (μέχρι 20%) οι συνολικές ενισχύσεις της ΚΑΠ σε ατομικούς παραγωγούς ώστε να επιτυγχάνεται η αύξηση της δαπάνης που προορίζεται για περιβαλλοντικούς στόχους.

Κοινό χαρακτηριστικό των περισσοτέρων από τις παραπάνω ρυθμίσεις είναι ο σημαντικός βαθμός της εθνικής διακριτικής ευχέρειας στην κατανομή και διαχείριση των πόρων που κάθε Κ-Μ διαθέτει στον αγροτικό του τομέα. Βέβαια, όλες αυτές οι θετικές εξελίξεις μετριάζονται από τους περιορισμένους πόρους που θα διατεθούν για την υλοποίηση τους. Η χρηματοδότηση της αγροτο-περιβαλλοντικής πολιτικής  παγώνει μέχρι το 2006. Η δαπάνη για τον Κανονισμό της Αγροτικής Ανάπτυξης και τα συνοδευτικά μέτρα θα φθάσει τα 4,38 δισ. EURO, από ΕΓΤΠΕ-Ε ή περίπου το 10,5% του συνολικού προυπολογισμού. Ακόμη και το 2006 το ποσοστό δεν θα ξεπεράσει το 10,5% του προυπολογισμού. Αν, όμως, όλες αυτές οι ενέργειες ενορχηστρωθούν στρατηγικά και εξειδικευθούν ορθολογικά, θα υπάρχει ένα νέο ολοκληρωμένο (γεωγραφικά, περιβαλλοντικά, οικονομικά, κοινωνικά) σχέδιο ανάπτυξης του αγροτικού τομέα, ιδιαίτερα σε ορεινές και μειονεκτούσες περιοχές με μεικτά συστήματα γεωργο-κτηνοτροφικής παραγωγής. Κάτι που ενδιαφέρει ιδιαίτερα την Ελλάδα, καθώς εκτρέφει ένα μεγάλο μέρος του ζωικού της κεφαλάιου (κυρίως αιγοπρόβατα) σε συνθήκες οι οποίες, υπό όρους θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις προυποθέσεις της βιολογικής κτηνοτροφίας. Απαιτείται, βέβαια,ας μην το ξεχνάμε, προσεκτικός συντονισμός μεταξύ αυτών των μέτρων και πολιτικών και, κυρίως, η αντιμετώπιση του πολιτικού κόστους που αναμένεται από την εφαρμογή "ευαίσθητων" κοινωνικά πολιτικών, όπως είναι η οικοσυμβατότητα (cross-compliance) και ο "εθνικός φάκελος". Ιδιαίτερη, βέβαια, θέση σε αυτό το σύμπλοκο πολιτικών ρυθμίσεων κατέχει ο Κανονισμός Αγροτικής Ανάπτυξης.

 

Ο ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

 

Φιλοδοξεί να γίνει, όπως ειπώθηκε, ο "δεύτερος πυλώνας" της ΚΑΠ (ο άλλος είναι οι Κοινές Οργανώσεις Αγορών). Διακηρύττει τους εξής στόχους:

-να στηρίξει μια βιώσιμη και αειφόρο γεωργία και δασοκομία στην καρδιά της αγροτικής οικονομίας

-να αναπτύξει τις χωροταξικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που απαιτούνται για να διατηρήσουν τον αγροτικό πληθυσμό στη βάση της αειφόρου προσέγγισης

-να διατηρήσει και να βελτιώσει το περιβάλλον, την ύπαιθρο και τη φυσική κληρονομιά των αγροτικών περιοχών.

 

Ο νέος Κανονισμός επιτρέπει σημαντική διακριτική ευχέρεια εφαρμογής στα Κ-Μ. Πρέπει να βρούνε την "κατάλληλη ισορροπία" μέτρων, παρεμβάσεων, κινήτρων. Τα Αγροτο-περιβαλλοντικά μέτρα, τα οποία ενσωματώνονται στο νέο κανονισμό  είναι τα μόνα υποχρεωτικά για να εφαρμοσθούν σε όλη την Ευρώπη. Ο Κανονισμός λέει, σχετικά με την εφαρμογή του ότι "έμφαση" θα πρέπει να δοθεί  σε προσέγγισεις "από-τα-κάτω", εννοώντας ότι στο σχεδιασμό και την υλοποίηση των προγραμμάτων η συμμετοχή του αγρότη και των συλλογικών του εκπροσωπήσεων κρίνεται ως απολύτως αναγκαία. Τα κυριότερα νέα στοιχεία του Κανονισμού είναι τα εξής:

-Η πολιτική αγροτικής ανάπτυξης εγκαθίσταται σαν κεντρικό γνώρισμα της ΚΑΠ και συν-χρηματοδοτείται από το ΕΓΤΠΕ-Ε.

-Είναι οριζόντια πολιτική, καλύπτει όλες τις αγροτικές περιοχές

-Αποτελεί ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο: αναφέρεται στη γεωργική εκμετάλλευση, στην αγροτική ανάπτυξη και στα αγροτο-περιβαλλοντικά μέτρα, με την εφαρμογή του να υπόκειται σε ένα αποκεντρωμένο πολυετή προγραμματισμό

-Οι ενισχύσεις από την ΚΑΠ είναι εν δυνάμει διαθέσιμες και για μη αγρότες και για μη γεωργική δράση   

Ο νέος Κανονισμός χαιρετίστηκε από τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και τις συλλογικές εκπροσωπήσεις των αγροτών ως ένα θετικό βήμα προς την κατεύθυνση μιας νέας πολιτικής ανάπτυξης της υπάιθρου. Όμως επισημαίνουν ότι οι διαθέσιμοι πόροι είναι λίγοι και θα είναι δύσκολο να εφαρμοσθεί πρακτικά και αποτελεσματικά. Αλλά, πάλι, τα Κ-Μ, έχουν τη διακριτική ευχέρεια να ανακατανείμουν τις πληρωμές προιόντων ώστε να διευρύνουν τους διαθέσιμους πόρους υπό τον Κανονισμό. Αυτό θα είναι μια δοκιμασία του πραγματικού ενδιαφέροντος τους για το θέμα και την αναθεώρηση της ΚΑΠ. Ίσως, ό, τι συμβεί μέσα σε αυτό τον Κανονισμό μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για τον μετασχηματισμό του κυρίου σώματος της ΚΑΠ, τη συνολική αλλαγή της αρχιτεκτονικής της ΚΑΠ μεσομακροπρόθεσμα.

 

Σημείωση:

 

Οι νέες αλλαγές στο θεσμικό σώμα της ΚΑΠ που προτείνονται από την Επιτροπή και έχουν τεθεί, ήδη, σε συζήτηση μεταξύ των Κρατών-μελών και της Επιτροπής, στο διανυόμενο έτος θα σχολιασθούν κατά την ανακοίνωση του παρόντος κειμένου.