Από τον ΟΑΕΔ στη ΔΥΠΑ: Διαστάσεις και Προκλήσεις Κοινωνικής Πολιτικής

Οι ερευνητές του ΕΚΚΕ Ευτυχία Μακρίδου, Γιώργος Μπιθυμήτρης  και Νίκος Σαρρής συμμετείχαν στον συλλογικό τόμο «Από τον ΟΑΕΔ στη ΔΥΠΑ: Διαστάσεις και Προκλήσεις Κοινωνικής Πολιτικής» με τη συγγραφή δύο κεφαλαίων. Ο τόμος αυτός, 600 περίπου σελίδων, με ελεύθερη πρόσβαση (https://et.gr/st-oaed-dypa/), συγκεντρώνει διαφορετικές επιστημονικές προσεγγίσεις, θεματικές και ερευνητικές οπτικές γύρω από την ιστορική εξέλιξη, τον θεσμικό μετασχηματισμό και τις σύγχρονες προκλήσεις της κοινωνικής πολιτικής και των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα,  η Ευτυχία Μακρίδου και Γιώργος Μπιθυμήτρης μαζί με την Γ. Καραγιάννη συμμετείχαν στη συγγραφή του κεφαλαίου  με θέμα «Εργασία και Αναπηρία: πολιτικές απασχόλησης, θεσμικές αντιφάσεις και αποκλεισμοί», ενώ ο Νίκος Σαρρής  στη συγγραφή του κεφαλαίου «Το θεσμικό πλαίσιο καταπολέμησης των διακρίσεων στην αγορά εργασίας και ο ρόλος των δημόσιων πολιτικών απασχόλησης». 

Το κεφάλαιο  των Μακρίδου, Μπιθυμήτρη και Καραγιάννη εξετάζει την ιστορική εξέλιξη των πολιτικών απασχόλησης για τα ανάπηρα άτομα στην Ελλάδα, εστιάζοντας στον ρόλο του ΟΑΕΔΔ/ΔΥΠΑ και στη σχέση μεταξύ εθνικών παρεμβάσεων και ευρωπαϊκών κατευθύνσεων πολιτικής. Υιοθετώντας μια προσέγγιση από το πεδίο των σπουδών για την αναπηρία, δείχνουμε ότι οι χαμηλοί δείκτες απασχόλησης και οι επίμονες εργασιακές ανισότητες δεν μπορούν να ερμηνευθούν αποκλειστικά ως αποτέλεσμα ατομικών περιορισμών ή ανεπαρκούς εφαρμογής των πολιτικών. Μέσα από την ιστορικοποίηση των σχετικών παρεμβάσεων, υποστηρίζεται ότι οι πολιτικές απασχόλησης δεν ακολούθησαν μια γραμμική πορεία από την πρόνοια προς τα δικαιώματα, αλλά συγκροτήθηκαν μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών και συχνά αντιφατικών λογικών, όπως η προστασία, οι ποσοστώσεις, η ενεργοποίηση και η κοινωνική οικονομία. Παρά τις σημαντικές θεσμικές μεταβολές και την αυξανόμενη υιοθέτηση μιας δικαιωματικής ρητορικής, δεν διαπιστώνεται μια ουσιαστική ρήξη με τις ιστορικά εδραιωμένες αντιλήψεις περί αποδοτικότητας, κανονικότητας και εργασιακής αξίας. Αντιθέτως, η ανάλυση αναδεικνύει την εξιδανίκευση της εργασιακής κανονικότητας (employment ableism) ως κεντρικό μηχανισμό, μέσω του οποίου αναπαράγονται οι αποκλεισμοί των ανάπηρων ατόμων από την αγορά εργασίας. Υπό το πρίσμα αυτό η περιορισμένη αποτελεσματικότητα των πολιτικών απασχόλησης συνδέεται όχι μόνο με θεσμικές ή διοικητικές αδυναμίες αλλά και με βαθύτερες κανονιστικές παραδοχές, που εξακολουθούν να οργανώνουν το πεδίο της εργασίας. Η ουσιαστική διεύρυνση του δικαιώματος στην εργασία προϋποθέτει την αμφισβήτηση των κυρίαρχων προτύπων εργασιακής κανονικότητας, που διαπερνούν τόσο τις εθνικές όσο και τις ευρωπαϊκές πολιτικές απασχόλησης. Το κεφάλαιο του Ν. Σαρρή εξετάζει το θεσμικό πλαίσιο καταπολέμησης των διακρίσεων στην αγορά εργασίας και αναδεικνύει τον συμπληρωματικό ρόλο των δημόσιων πολιτικών απασχόλησης στην προώθηση της ουσιαστικής ισότητας. Αφετηρία του κεφαλαίου αποτελεί η διαπίστωση ότι οι διακρίσεις συνιστούν παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων και εμφανίζονται με ιδιαίτερη ένταση στην αγορά εργασίας, όπου συχνά εκδηλώνονται και ως πολλαπλές διακρίσεις, με τη συνύπαρξη περισσότερων του ενός προστατευόμενων χαρακτηριστικών. Παρουσιάζεται η εξέλιξη του διεθνούς, ευρωπαϊκού και εθνικού πλαισίου προστασίας, με έμφαση στις βασικές οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ίση μεταχείριση και στον Ν. 4443/2016, καθώς και στον θεσμικό ρόλο του Συνηγόρου του Πολίτη. Παράλληλα, αξιοποιούνται ερευνητικά δεδομένα από τον Δείκτη Ισότητας των Φύλων, το Ευρωβαρόμετρο και τις εκθέσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, τα οποία καταδεικνύουν την έκταση και την πολυμορφία των διακρίσεων στην ελληνική αγορά εργασίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις διακρίσεις που αφορούν το φύλο, την αναπηρία, την ηλικία, την εθνοτική καταγωγή και τις πολλαπλές διακρίσεις. Υποστηρίζεται ότι η νομοθετική απαγόρευση των διακρίσεων, αν και αναγκαία, δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση των δομικών εμποδίων πρόσβασης και παραμονής στην απασχόληση. Οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης και ειδικότερα οι παρεμβάσεις της ΔΥΠΑ μπορούν να λειτουργήσουν προληπτικά και διορθωτικά μέσω κατάρτισης, συμβουλευτικής, επιδοτούμενης απασχόλησης και εξατομικευμένης υποστήριξης. Συμπεραίνεται ότι η ουσιαστική ισότητα προϋποθέτει τη συστηματική σύζευξη θεσμικής προστασίας και στοχευμένων δημόσιων πολιτικών απασχόλησης.