Ανθεκτικότητα, συμπερίληψη και ανάπτυξη: ένα τρίπτυχο για τη διττή μετάβαση των ελληνικών περιφερειών

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ελληνικές περιφέρειες βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο μιας σημαντικής μεταβατικής περιόδου, η οποία χαρακτηρίζεται από την ανάγκη ταυτόχρονης προώθησης της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης ‒ μιας διαδικασίας που έχει καθοριστική σημασία για την ανθεκτικότητα, την κοινωνική συνοχή και τη βιώσιμη ανάπτυξη των περιφερειών. Η έννοια της διπλής ή διττής μετάβασης [twin transition] περιγράφει αυτή την αλληλένδετη διαδικασία, όπου η οικολογική βιωσιμότητα και η ψηφιακή τεχνολογία δεν αντιμετωπίζονται ως ανεξάρτητα ζητήματα, αλλά ως συγκοινωνούντα δοχεία που μπορούν να ενισχύσουν ή να περιορίσουν αμοιβαία τα οφέλη των περιφερειών. Στην ελληνική περίπτωση η διπλή μετάβαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της σύνθετης γεωγραφικής, κοινωνικής και οικονομικής δομής των περιφερειών, όπου οι διαφορές μεταξύ αστικών κέντρων και απομακρυσμένων ή νησιωτικών περιοχών είναι έντονες. Συνεπώς αυτή η διπλή μετάβαση αποτελεί βασικό στοιχείο της στρατηγικής επιδίωξης για ανάπτυξη βιώσιμων, ανθεκτικών και κοινωνικά δικαιότερων περιφερειών, και εμπερικλείει τόσο τεχνολογικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις όσο και κοινωνικές και θεσμικές διαστάσεις. 

Η πράσινη μετάβαση, σε ευρωπαϊκό και εθνικό πλαίσιο, εστιάζει στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, στην αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας, στην προώθηση της κυκλικής οικονομίας και στην προστασία της βιοποικιλότητας. Η ψηφιακή μετάβαση, από την άλλη, αφορά την ενσωμάτωση ψηφιακών τεχνολογιών σε δημόσιες υπηρεσίες, επιχειρήσεις και κοινωνική ζωή, με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας, της πρόσβασης  στην πληροφορία και της ανταγωνιστικότητας των περιφερειών. Η αλληλεπίδραση αυτών των δύο διαδικασιών δημιουργεί νέες δυνατότητες αλλά και προκλήσεις, καθώς οι ψηφιακές υποδομές μπορούν να επιταχύνουν περιβαλλοντικά φιλικές λύσεις (π.χ. έξυπνα δίκτυα ενέργειας, ψηφιακή διαχείριση απορριμμάτων), αλλά μπορεί επίσης να εντείνουν κοινωνικές ανισότητες, αν δεν συνοδεύονται από πολιτικές ένταξης.

Στην ελληνική περιφερειακή πραγματικότητα παρατηρείται σημαντική διαφοροποίηση: περιοχές όπως η Αττική και η Θεσσαλονίκη διαθέτουν υψηλές υποδομές και μεγαλύτερη πρόσβαση σε ψηφιακά εργαλεία, ενώ νησιωτικές και ορεινές περιοχές αντιμετωπίζουν περιορισμούς πρόσβασης στο διαδίκτυο και χαμηλότερη εξοικείωση με ψηφιακές τεχνολογίες. Παράλληλα, οι οικονομικές δυνατότητες και οι δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού διαφέρουν, δημιουργώντας ένα πλέγμα προκλήσεων που απαιτεί εστιασμένες πολιτικές και προσαρμοσμένες λύσεις για κάθε περιφερειακό περιβάλλον.

Η δράση JustReDI αποτέλεσε μια οργανωμένη διεπιστημονική πρωτοβουλία για την κατανόηση και προώθηση της δικαιότερης και κοινωνικά αποδεκτής εφαρμογής της διπλής μετάβασης στην Ελλάδα. Μέσα από αυτή τη δράση συγκεντρώθηκαν δεδομένα, παραδοτέα και εμπειρίες τα οποία φωτίζουν τα κοινωνικά, οικονομικά και θεσμικά εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι περιφέρειες, αλλά και τις ευκαιρίες που προκύπτουν από συντονισμένες πολιτικές προσεγγίσεις. Από την ανάλυση παραδοτέων της δράσης διαπιστώνεται η ύπαρξη διαφοροποιημένων επιπέδων πρόσβασης σε ψηφιακές τεχνολογίες και πράσινες υποδομές, ιδιαίτερα ανάμεσα σε αστικές και αγροτικές ή νησιωτικές περιοχές. Παράλληλα, οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες και τα επίπεδα εκπαίδευσης αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες που επηρεάζουν την αποδοχή και την κοινωνική συμμετοχή στις διαδικασίες χάραξης και λήψης πολιτικών αποφάσεων.

Τα βασικά ευρήματα της δράσης υπογραμμίζουν την ανάγκη για ένα τρίπτυχο πολιτικής στρατηγικής, που συνδυάζει την ανθεκτικότητα, τη συμπερίληψη και την ανάπτυξη ως αλληλένδετα στοιχεία για την επιτυχή υλοποίηση της διπλής μετάβασης. 

1. Ανθεκτικότητα: θεμελιώδες στοιχείο της περιφερειακής μετάβασης.

Η ανθεκτικότητα αποτελεί βασικό πυλώνα της στρατηγικής διπλής μετάβασης. Στο πλαίσιο αυτό ο όρος δεν περιορίζεται μόνο στην ικανότητα των υποδομών να αντέχουν περιβαλλοντικά και κοινωνικά σοκ, αλλά επεκτείνεται στην ικανότητα των περιφερειακών οικονομιών, των θεσμών και των κοινωνικών δικτύων να προσαρμόζονται και να μαθαίνουν. Η ανθεκτικότητα περιλαμβάνει τόσο την οικονομική ανθεκτικότητα, με την ενίσχυση της περιφερειακής επιχειρηματικότητας και της διαφοροποίησης παραγωγικών δραστηριοτήτων, όσο και την κοινωνική ανθεκτικότητα, που αφορά την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, της αλληλεγγύης και της συμμετοχής των πολιτών σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων.

Παραδείγματα ανθεκτικότητας μπορούν να ανιχνευθούν σε ελληνικές περιφέρειες που έχουν προσαρμοστεί σε μεταβαλλόμενες συνθήκες, όπως η ανάπτυξη ενεργειακών κοινοτήτων στα νησιά ή η εφαρμογή έξυπνων αγροτικών συστημάτων για τη διαχείριση φυσικών πόρων. Τέτοιες πρωτοβουλίες συνδυάζουν περιβαλλοντική βιωσιμότητα, τεχνολογική καινοτομία και κοινωνική συμμετοχή, δημιουργώντας πρότυπα που μπορούν να επεκταθούν και σε άλλες περιφέρειες.

2. Συμπερίληψη: ο κοινωνικός άξονας της μετάβασης.

Η συμπερίληψη είναι ο δεύτερος πυλώνας της στρατηγικής και αφορά τη διασφάλιση ότι κανένας πολίτης ή κοινότητα δεν μένει πίσω στη διαδικασία της μετάβασης. Οι έρευνες κοινής γνώμης, όπως αυτές που καταγράφονται από την εμβληματική δράση JustReDI, δείχνουν ότι υπάρχει υψηλό ενδιαφέρον των πολιτών για πράσινες και ψηφιακές πολιτικές, αλλά η αποδοχή ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο, την περιοχή διαμονής και την οικονομική κατάσταση. Η δημιουργία προγραμμάτων κατάρτισης για ψηφιακές δεξιότητες, η ενίσχυση των τοπικών δημόσιων υπηρεσιών και η ανάπτυξη κοινωνικών καινοτομιών αποτελούν βασικά μέσα για την ενσωμάτωση ευάλωτων ομάδων στη διαδικασία. 

Η συμπερίληψη δεν αφορά μόνο κοινωνικά ευάλωτους πολίτες αλλά και μικρές επιχειρήσεις, τοπικές κοινότητες και περιοχές που υστερούν σε υποδομές. Η ψηφιακή πρόσβαση, η πληροφόρηση και η συμμετοχή σε τοπικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων είναι καθοριστικά στοιχεία για να διασφαλιστεί ότι η μετάβαση γίνεται με κοινωνικά δίκαιο τρόπο. 

3. Ανάπτυξη: οικονομικός και θεσμικός προσανατολισμός.

Η ανάπτυξη στον ελληνικό περιφερειακό χάρτη πρέπει να προσεγγιστεί με ολιστικό τρόπο, ενσωματώνοντας τις αρχές της πράσινης οικονομίας και της ψηφιακής τεχνολογίας. Αυτό σημαίνει ότι οι περιφέρειες πρέπει να ενθαρρύνουν επενδύσεις σε καινοτόμες δραστηριότητες που συμβάλλουν στην ενεργειακή αποδοτικότητα, την πράσινη επιχειρηματικότητα και τις έξυπνες υποδομές, ενώ παράλληλα δημιουργούν ευκαιρίες απασχόλησης και ανάπτυξης τοπικών δεξιοτήτων. 

Στο πλαίσιο αυτό, οι συνεργασίες δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, η χρήση ευρωπαϊκών κονδυλίων (όπως το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης, το Ταμείο Συνοχής και τα προγράμματα Horizon Europe) και η ενεργοποίηση τοπικών φορέων έρευνας και εκπαίδευσης είναι κρίσιμες για την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης. Επιπλέον, η ανάπτυξη δεικτών παρακολούθησης και η συνεχής αξιολόγηση της προόδου ενισχύουν τη λογοδοσία και την προσαρμοστικότητα των πολιτικών.

  • ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ: Δεμερτζής Νίκος, Παπαδούδης Γιώργος
  • ΕΤΟΣ: 2025
  • ΤΥΠΟΣ: Ηλεκτρονικό Βιβλίο
  • ΓΛΩΣΣΑ: Ελληνικά

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΛΙΣΤΑ